Ρυθμίσεις 72 δόσεων και νέα μέτρα στήριξης για 1,5 εκατομμύριο πολίτες και επιχειρήσεις
Ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας, Γιώργος Κώτσηρας, παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη το κυβερνητικό πλάνο για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους και τη μείωση των φορολογικών βαρών.
Τις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους παρουσίασε ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Γιώργος Κώτσηρας, κατά την ομιλία του στο 14ο Thessaloniki Tax Forum, που διεξήχθη στη Θεσσαλονίκη τη Δευτέρα 25 Μαΐου.
Ο κ. Κώτσηρας αναφέρθηκε εκτενώς στο νέο νομοσχέδιο που αναμένεται να τεθεί άμεσα σε δημόσια διαβούλευση, το οποίο ενσωματώνει τα μέτρα που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων βρίσκονται τρεις σημαντικές ρυθμίσεις για το ιδιωτικό χρέος, οι οποίες αφορούν δυνητικά 1,5 εκατομμύριο πολίτες και επιχειρήσεις:
* Δυνατότητα ρύθμισης οφειλών σε 72 δόσεις για χρέη που είχαν συσσωρευτεί έως τις 31/12/2023.
* Άρση της κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού, εφόσον καταβληθεί το 25% της οφειλής και ρυθμιστεί το υπόλοιπο ποσό.
* Μείωση του ορίου υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό, από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ.
Παράλληλα, ο υφυπουργός στάθηκε στο πρόσφατα ψηφισθέν νομοσχέδιο για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας. Η συγκεκριμένη νομοθεσία εισάγει ευρωπαϊκές οδηγίες για τη φορολόγηση των πολυεθνικών εταιρειών και των κρυπτοστοιχείων, ενώ θεσπίζει τη διαδικασία των tax rulings για την παροχή ασφάλειας στους επενδυτές.
«Η μείωση της φορολογίας αποτελεί για εμάς δομική πολιτική επιλογή», τόνισε ο κ. Κώτσηρας, προαναγγέλλοντας ότι στο επίκεντρο της επόμενης περιόδου θα βρεθεί η στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι, εν μέσω διεθνούς αβεβαιότητας, η Ελλάδα έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα σταθερό και φερέγγυο οικονομικό περιβάλλον, το οποίο επιτρέπει τη συζήτηση για ελάφρυνση βαρών και όχι για επιβολή νέων φόρων. «Οφείλουμε να διατηρήσουμε αυτή την κατάκτηση ως κόρη οφθαλμού, με νοικοκύρεμα και προσοχή για τις επόμενες γενιές», κατέληξε.