ΥΠΕΘΟΟ: Η απάντηση της κυβέρνησης στον Αλέξη Τσίπρα για τις προτάσεις περί καυσίμων
Με ανακοίνωσή του το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών απορρίπτει ως ανεφάρμοστες τις προτάσεις της αντιπολίτευσης, αντιπαραβάλλοντας τα δημοσιονομικά δεδομένα και τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΥΠΕΘΟΟ) απαντά με αυστηρό ύφος στις πρόσφατες προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα για τη μείωση των τιμών των καυσίμων, κάνοντας λόγο για έλλειψη πραγματικής αριθμητικής πίσω από τις εξαγγελίες. Σύμφωνα με το υπουργείο, οι προτάσεις του κ. Τσίπρα, που περιλαμβάνουν τιμές στα 1,40 ευρώ για το πετρέλαιο θέρμανσης και 1,80 για το diesel, στερούνται ρεαλισμού και έρχονται σε σύγκρουση με τους δεσμευτικούς ευρωπαϊκούς κανόνες.
Στην ανάλυσή του, το ΥΠΕΘΟΟ αποδομεί τις τέσσερις βασικές προτάσεις της αντιπολίτευσης:
1. ΦΠΑ 13% στα καύσιμα: Τονίζεται ότι η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύεται από ευρωπαϊκές οδηγίες που απαγορεύουν τη μετάταξη των καυσίμων, ενώ επισημαίνεται ότι η Ισπανία εφάρμοσε το μέτρο μόνο προσωρινά.
2. Μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο μισό: Το υπουργείο εξηγεί ότι μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε «τρύπα» 2 δισ. ευρώ στα δημόσια έσοδα, θέτοντας σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.
3. Φορολόγηση υπερκερδών διυλιστηρίων: Υπογραμμίζεται ότι η κυβέρνηση έχει ήδη προβεί σε φορολόγηση για τα έτη 2022 και 2023, ενώ τα διυλιστήρια συνεισφέρουν ήδη με εκπτώσεις άνω των 30 εκατ. ευρώ μηνιαίως, έχοντας διαθέσει 87 εκατ. ευρώ από τα μέσα Ιουλίου.
4. Πλαφόν στις τιμές: Το ΥΠΕΘΟΟ ξεκαθαρίζει ότι δεν αποκλείει κανένα εργαλείο, αλλά επιλέγει μέτρα που είναι αποτελεσματικά στην πράξη και δεν προκαλούν στρεβλώσεις στην αγορά.
Παράλληλα, το υπουργείο επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει ήδη διαθέσει πάνω από 800 εκατ. ευρώ για τη στήριξη των πολιτών απέναντι στην ενεργειακή κρίση, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στην Ευρώπη ως ποσοστό του ΑΕΠ, πέρα από τα 4 δισ. ευρώ που αφορούν μόνιμες ενισχύσεις εισοδήματος. Η κυβέρνηση καταλήγει ότι η αντιμετώπιση της διεθνούς ενεργειακής κρίσης απαιτεί ρεαλισμό και ένα σταθερό οικονομικό σχέδιο, και όχι θεωρητικές υποσχέσεις που δεν αντέχουν στην πραγματικότητα των αριθμών.
