Ενημέρωση με ένα κλικ

Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Οι προκλήσεις για την οικονομία μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης

Παρά την ισχυρή ανάπτυξη και τα πρωτογενή πλεονάσματα, η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει το υψηλό δημόσιο χρέος και τις διαρθρωτικές αδυναμίες της επόμενης δεκαετίας.

Η ελληνική οικονομία βιώνει ένα ιδιότυπο «παράδοξο»: ενώ καταγράφει από τα υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα στην Ευρωζώνη, την ίδια στιγμή αυξάνει τις κρατικές δαπάνες και τα μέτρα στήριξης, σε αντίθεση με την τάση συσταλτικής πολιτικής που ακολουθούν οι υπόλοιποι ευρωπαίοι εταίροι. Αυτή η εικόνα, όπως αναφέρει σε πρόσφατη έκθεσή του το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, συντηρείται από την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και τις ισχυρές τουριστικές εισπράξεις, οι οποίες ενίσχυσαν τα έσοδα από τον ΦΠΑ κατά 1,12 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Αν και το ΑΕΠ σημείωσε άνοδο 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που περιορίζεται στο 0,3%, το διεθνές περιβάλλον καθίσταται ολοένα και πιο αβέβαιο. Η σημαντικότερη πρόκληση για τη χώρα εντοπίζεται στην περίοδο μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής θα απαιτήσει συνετή δημοσιονομική διαχείριση και βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Στο επίκεντρο των προβληματισμών παραμένει το δημόσιο χρέος. Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωσή του, η Ελλάδα οφείλει έως το τέλος του 2025 περίπου 220 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, ποσό που αντιστοιχεί στο 88% του ΑΕΠ και στο 55% του δημόσιου χρέους κεντρικής διοίκησης. Η αποπληρωμή αυτών των κεφαλαίων, που εκτείνεται έως το 2070, επιβάλλει τη συστηματική παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξεως του 2% του ΑΕΠ. Παράλληλα, το κόστος εξυπηρέτησης των τόκων παραμένει εξαιρετικά υψηλό, με τη χώρα να κατέχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό δαπανών για τόκους στην Ευρωζώνη, μετά την Ιταλία, το οποίο προσεγγίζει το 3,2% του ΑΕΠ — ποσοστό αντίστοιχο με τις αμυντικές δαπάνες.

Τέλος, η έκθεση αναδεικνύει τις διαρθρωτικές αδυναμίες που επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα και η υψηλή ανεργία των νέων. Ενδεικτικός είναι και ο πληθωρισμός, ο οποίος τον Μάιο διαμορφώθηκε στο 4,9%, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο του 3,2% στην Ευρωζώνη, γεγονός που ασκεί επιπλέον πιέσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας.

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com