Ηχηρή απουσία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από το «αφήγημα» του Κυριάκου Μητσοτάκη για το 2030
Ενώ η κυβέρνηση θέτει τις βάσεις για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας, ο θεσμικός ρόλος των δήμων και των περιφερειών παραμένει εκτός του κεντρικού πρωθυπουργικού σχεδιασμού.
Στο 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεδίπλωσε το πολιτικό του όραμα για την «Ελλάδα 2030», εστιάζοντας σε πυλώνες όπως η οικονομική ανάπτυξη, η τεχνητή νοημοσύνη, η άμυνα και η Συνταγματική Αναθεώρηση. Ωστόσο, μέσα σε αυτό το εκτενές πρόγραμμα για μια τρίτη κυβερνητική θητεία, η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρέθηκε ουσιαστικά εκτός κάδρου, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα για το αν μπορεί να οικοδομηθεί ένα σύγχρονο κράτος χωρίς ισχυρή αποκέντρωση.
Η λέξη «αυτοδιοικητικές» ακούστηκε μόλις μία φορά κατά τη διάρκεια της ομιλίας, περιορισμένη αυστηρά στο πλαίσιο των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων. Δεν υπήρξε καμία ουσιαστική αναφορά στον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης, στη θεσμική ενίσχυση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ή στον καθοριστικό ρόλο των τοπικών κοινωνιών στη διαχείριση της κλιματικής κρίσης και των τοπικών πόρων. Η Αυτοδιοίκηση εμφανίστηκε περισσότερο ως «απούσα μεταβλητή» παρά ως στρατηγικός εταίρος, παρόλο που οι δήμοι βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή της κοινωνικής πρόνοιας, της πολιτικής προστασίας και της ενεργειακής μετάβασης.
Η παράλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς την ίδια στιγμή η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) θέτει επιτακτικά θέματα όπως η συνταγματική κατοχύρωση του θεσμού και η ανάγκη για πραγματική αυτονομία. Καθώς η κυβέρνηση προτάσσει τη μάχη κατά του «βαθέος κράτους» και τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης, η απουσία ενός πλάνου για την αποκέντρωση αρμοδιοτήτων αφήνει τους δήμους σε έναν ρόλο απλού εφαρμοστή πολιτικών, αντί για συνδιαμορφωτή της αναπτυξιακής πορείας της χώρας. Αν η Αυτοδιοίκηση παραμένει στο περιθώριο, το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά βαθιά αναπτυξιακό και θεσμικό για την Ελλάδα του 2030.