Πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Ελλάδα με φορολογική επιβάρυνση 44,8% στη μισθωτή εργασία
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποκαλύπτουν το υψηλότερο βάρος φόρων και ασφαλιστικών εισφορών για τους εργαζομένους, παρά τις εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών.
Η Ελλάδα αναδεικνύεται σε πρωταθλήτρια Ευρώπης στη φορολόγηση της εργασίας, με το συνολικό βάρος να ανέρχεται στο 44,8%, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το ποσοστό αυτό, που αφορά τον συνδυασμό φόρου εισοδήματος και ασφαλιστικών εισφορών εργαζομένου και εργοδότη, σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ που κοστίζει ένας μισθωτός, σχεδόν τα 45 ευρώ καταλήγουν στα δημόσια ταμεία.
Η χώρα κατέχει την πρώτη θέση στη σχετική κατάταξη, ενώ την τελευταία δεκαετία σημείωσε τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση στον δείκτη επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αυξάνοντάς τον κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, ο μέσος ευρωπαϊκός δείκτης κινείται πτωτικά, έχοντας υποχωρήσει στο 37,1%. Πίσω από την Ελλάδα ακολουθούν η Ιταλία με 43,9% και το Βέλγιο με 40,7%, ενώ η Μάλτα καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό, μόλις 24,4%.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει πως η άνοδος των εσόδων δεν οφείλεται μόνο στις φορολογικές αλλαγές, αλλά και στην ενίσχυση της μισθωτής απασχόλησης. Ωστόσο, παραμένουν ισχυρά τα φορολογικά αντικίνητρα, τα οποία δυσχεραίνουν τόσο την είσοδο στην αγορά εργασίας όσο και την αύξηση του εισοδήματος. Πέρα από τη φορολογία εργασίας, η Ελλάδα ξεχωρίζει για τη μεγαλύτερη αύξηση του ΦΠΑ στο φορολογικό μείγμα την τελευταία δεκαετία, καθώς και για την πρώτη θέση στα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους ως ποσοστό του ΑΕΠ (3,8%).
Στον αντίποδα, η έκθεση αναγνωρίζει τις προσπάθειες ψηφιοποίησης της ΑΑΔΕ, κατατάσσοντας την Ελλάδα στις πέντε χώρες με τις περισσότερες φορολογικές μεταρρυθμίσεις την περίοδο 2020-2025, με πάνω από 50 μέτρα. Παρά τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό μέσω εργαλείων όπως το myDATA, η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος παραμένει πρόκληση. Ενδεικτικό είναι ότι το 18% των Ελλήνων φορολογουμένων δηλώνει πως χρειάζεται βοήθεια λογιστή για τη δήλωσή του, έναντι μόλις 8% που είναι ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.