Η ΑΑΔΕ επιταχύνει τους ελέγχους: Προτεραιότητα σε μεταβιβάσεις, κληρονομιές και δωρεές πριν την παραγραφή
Νέα οδηγία του Διοικητή της Αρχής Γ. Πιτσιλή αναδιατάσσει τις προτεραιότητες των φορολογικών ελέγχων για το 2026, με έμφαση στις υποθέσεις που κινδυνεύουν να παραγραφούν.
Με τον χρόνο παραγραφής να πιέζει, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) δίνει πλέον προτεραιότητα στους ελέγχους για μεταβιβάσεις ακινήτων, κληρονομιές, δωρεές και γονικές παροχές που ολοκληρώνονται ή κινδυνεύουν να παραγραφούν στο τέλος του 2026. Η απόφαση Α.1037/2026, που υπογράφει ο Διοικητής της Αρχής, Γ. Πιτσιλής, τροποποιεί τον φετινό σχεδιασμό των ελέγχων, θέτοντας ως κύριο μέλημα τις υποθέσεις με δημοσιονομικό ενδιαφέρον που κινδυνεύουν να παραγραφούν, αφήνοντας τα υπόλοιπα για αργότερα.
Το πιο κρίσιμο σημείο αφορά πράξεις φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, για τις οποίες η προθεσμία έκδοσης πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2026. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε ακίνητα εκτός αντικειμενικού συστήματος, όπου δεν έχει γίνει αποδεκτή από τον φορολογούμενο η προεκτίμηση ή η προσωρινή αξία από τη ΔΟΥ ή το ΚΕΦΟΚ. Σε περιπτώσεις όπου η αξία δεν είναι «κλειδωμένη» με αντικειμενικές τιμές και υπάρχει διαφωνία, η εφορία επιδιώκει να αποφύγει καθυστερήσεις και απώλεια εσόδων.
Η απόφαση επανακαθορίζει πλήρως το πλάνο των ελέγχων για το 2026. Τουλάχιστον το 80% των ελεγχόμενων υποθέσεων θα αφορά φορολογικά έτη, χρήσεις ή υποχρεώσεις της τελευταίας πενταετίας, συμπεριλαμβανομένου του τρέχοντος έτους. Η στόχευση γίνεται ακόμη πιο εντατική για την πρόσφατη τριετία, με τουλάχιστον το 75% των ελέγχων να εστιάζει στις τελευταίες τρεις χρήσεις για τις οποίες έχει λήξει η προθεσμία υποβολής δήλωσης εισοδήματος.
Η επιλογή των υποθέσεων ελέγχου δεν είναι πλέον τυχαία. Οι υποθέσεις προτεραιοποιούνται μέσω αυτοματοποιημένου μοντέλου ανάλυσης κινδύνου, βασιζόμενου σε αντικειμενικά κριτήρια και δεδομένα από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές. Κάθε υπόθεση λαμβάνει μοριοδότηση και κατατάσσεται κατά φθίνουσα σειρά, ανά ελεγκτική υπηρεσία, υποδιεύθυνση ή κατηγορία φορολογουμένων. Ελέγχονται πρώτα όσες συγκεντρώνουν την υψηλότερη βαθμολογία και συμβάλλουν στην επίτευξη των ετήσιων στόχων του Επιχειρησιακού Σχεδίου.
Οι προϊστάμενοι των ελεγκτικών υπηρεσιών έχουν περιορισμένο περιθώριο παρέμβασης. Εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, μπορούν να αντικαταστήσουν έως και το 3% των προτεραιοποιημένων υποθέσεων ανά κατηγορία, εφόσον τεκμηριώσουν βάσιμο λόγο άμεσου ελέγχου, όπως σοβαρότητα υπόθεσης ή αυξημένη εισπραξιμότητα. Η αιτιολόγηση είναι υποχρεωτική.
Στην «ταχεία γραμμή» του 2026 εντάσσονται, ανεξαρτήτως μοριοδότησης, και συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων. Αυτές περιλαμβάνουν: υποθέσεις επιστροφών φόρων, ελέγχους βάσει δείγματος (π.χ. δικαιούχοι επιστροφής ΦΠΑ ή φόρου εισοδήματος χωρίς προηγούμενο έλεγχο), υποθέσεις για τις οποίες έχει ήδη εκδοθεί ή αναμένεται η έκδοση σημειώματος διαπιστώσεων, διασταυρωτικούς ελέγχους ενδοκοινοτικών συναλλαγών (VIES) και πολυμερείς ελέγχους με αλλοδαπές αρχές. Επίσης, υποθέσεις που προκύπτουν από εισαγγελικές παραγγελίες ή διαβιβάσεις από τη Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος και τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας, ελέγχους συμμόρφωσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας και ανταλλαγής πληροφοριών (CRS, FATCA), υποθέσεις αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής κατόπιν αιτήματος, ελέγχους για αμφισβήτηση ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος, καθώς και υποθέσεις μεταβίβασης κεφαλαίου που αντλούνται από το ηλεκτρονικό βιβλίο μεταγραφής δηλώσεων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στις υποθέσεις των ετών 2015, 2016 και 2017, για τις οποίες προβλέπεται η έκδοση πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμων με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Οι έλεγχοι που εντάσσονται στην τελευταία τριετία δύνανται, εφόσον προκύπτουν σχετικά στοιχεία, να επεκταθούν και στα δύο προηγούμενα φορολογικά έτη, εάν δικαιολογείται από τα δεδομένα της υπόθεσης.
