Δέκα γυναικείες οργανώσεις ζητούν αναθεώρηση του νόμου για τη συνεπιμέλεια
Έκκληση για αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, επισημαίνοντας τους κινδύνους για θύματα ενδοοικογενειακής βίας και την ψυχική υγεία των παιδιών.
Δέκα γυναικείες οργανώσεις και συλλογικότητες εκφράζουν δημόσια την ανησυχία τους για το ισχύον πλαίσιο του οικογενειακού δικαίου, εστιάζοντας στις ρυθμίσεις για τη συνεπιμέλεια ανηλίκων τέκνων που θεσπίστηκαν με τον νόμο 4800/21. Ενώ αναγνωρίζουν τη θετική πτυχή της συναινετικής συνεπιμέλειας, εφόσον βασίζεται στην ουσιαστική συνεργασία των γονέων, τονίζουν πως η υποχρεωτική καθιέρωσή της ως γενικού κανόνα, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε οικογένειας, προκάλεσε από νωρίς σοβαρές αντιδράσεις. Πανεπιστημιακοί, νομικές ενώσεις, κοινωνικοί και γυναικείοι φορείς, καθώς και σημαντικό μέρος της νομικής κοινότητας, είχαν εκφράσει τεκμηριωμένες ανησυχίες.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι Γυναικείες Οργανώσεις της χώρας πραγματοποίησαν εκτεταμένο δημόσιο διάλογο, μέσω διαδικτυακών συναντήσεων με πολιτικά κόμματα, νομικούς και κοινωνικούς φορείς, καθώς και με πλήθος ημερίδων και συζητήσεων. Τα συμπεράσματα ήταν ομόφωνα: ο νόμος θα αύξανε τον κίνδυνο για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας (στην πλειονότητά τους γυναίκες και παιδιά) και θα δημιουργούσε σημαντικά προβλήματα, ιδίως σε περιπτώσεις γονεϊκής σύγκρουσης. Ακόμη και εντός της τότε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αρκετοί βουλευτές είχαν εκφράσει επιφυλάξεις, ψηφίζοντας με εμφανή δυσφορία.
Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι κατά την ψήφιση του νόμου το 2021, υπήρξαν και καταψηφίσεις ακόμη και εντός της τότε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Συγκεκριμένα, η Όλγα Κεφαλογιάννη και η αείμνηστη Μαριέττα Γιαννάκου είχαν καταψηφίσει τον νόμο, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι προβληματισμοί υπήρχαν ήδη από τότε.
Δυστυχώς, αυτές οι επισημάνσεις δεν λήφθηκαν υπόψη. Σήμερα, τα προβλήματα επιβεβαιώνονται στην πράξη, με σοβαρές επιπτώσεις στην ασφάλεια κακοποιημένων γυναικών και παιδιών. Επιπλέον, πλήττονται η ζωή και η ψυχική ισορροπία όλων των παιδιών που, με δικαστική απόφαση, τίθενται σε καθεστώς υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, ενώ παρατηρείται αύξηση των δικαστικών συγκρούσεων και δυσλειτουργίες στην καθημερινότητά τους.
Παρόλο που το ισχύον πλαίσιο κρίνεται συνολικά προβληματικό, η ανάγκη για βελτιωτικές παρεμβάσεις ή τροποποιήσεις δεν προκύπτει από προσωπικές ή συγκυριακές σκοπιμότητες, αλλά από τα αδιέξοδα που έχει δημιουργήσει η εφαρμογή του νόμου, ιδίως εις βάρος των παιδιών.
Τέλος, οι γυναικείες οργανώσεις/συλλογικότητες επισημαίνουν ότι το ζήτημα του τρόπου κατάθεσης και ψήφισης τροπολογιών, ειδικά όταν εισάγονται αιφνιδιαστικά ή σε άσχετα νομοσχέδια, αποτελεί ένα διακριτό θεσμικό θέμα που αφορά τη συνολική λειτουργία του Κοινοβουλίου και οφείλει να συζητηθεί αυτοτελώς.
Οι γυναικείες οργανώσεις/συλλογικότητες καλούν σε διαρκή επαγρύπνηση και υπεύθυνη νομοθετική στάση, με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον των παιδιών και την ανάγκη ενός οικογενειακού δικαίου που θα υπηρετεί την κοινωνική δικαιοσύνη και την ουσιαστική προστασία της οικογένειας.
Υπογράφουν οι γυναικείες οργανώσεις/συλλογικότητες: Δίκτυο για την Αντιμετώπιση της Βίας κατά των Γυναικών, Ένωση Γυναικών Ελλάδας (Ε.Γ.Ε.), Ένωση Ελληνίδων Νομικών, Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας (ΕΔκΒ), Σωματείο Γυναικείων Δικαιωμάτων «ΤΟ ΜΩΒ», ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΡΓΟΝ Σύλλογος Πολύτεκνων Μητέρων, Νομικά Θέματα ΜΚΟ, Φεμινιστική Συλλογικότητα, Οι μαμάδες Mother’s Wings Greece, Ομάδα Γυναικών Πτολεμαΐδας.
