Στη Βοστόνη δικάζεται ο Ντενίς Ομπρέζκο: Η σύνδεση του κατηγορούμενου χάκερ με την Kaspersky
Ο πρώην συνεργάτης της εταιρείας κυβερνοασφάλειας αντιμετωπίζει κατηγορίες για ηλεκτρονική παρείσφρηση για λογαριασμό των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών.
Ένα στέλεχος με προϋπηρεσία στην Kaspersky Lab, τη γνωστή εταιρεία κυβερνοασφάλειας με έδρα τη Μόσχα, βρίσκεται αντιμέτωπο με σοβαρές κατηγορίες για ηλεκτρονική παρείσφρηση (hacking). Ο Ντενίς Ομπρέζκο, ο οποίος εμφανίστηκε την περασμένη εβδομάδα σε δικαστήριο της Βοστόνης δηλώνοντας αθώος, φέρεται σύμφωνα με τους Αμερικανούς εισαγγελείς να εργαζόταν επί πέντε χρόνια για την FSB, την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας της Ρωσίας.
Τα έγγραφα μισθοδοσίας και μαρτυρίες συναδέλφων του επιβεβαιώνουν ότι ο Ομπρέζκο κατείχε ανώτατη θέση στην Kaspersky κατά την περίοδο 2017-2019. Παρόλο που η δράση για την οποία κατηγορείται έλαβε χώρα μετά την αποχώρησή του, η υπόθεση αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για τη σχέση της εταιρείας με το Κρεμλίνο. Από την πλευρά της, η Kaspersky σε επίσημη ανακοίνωσή της επιβεβαίωσε την απασχόληση του ατόμου για το συγκεκριμένο διάστημα, τονίζοντας ωστόσο ότι οι κατηγορίες δεν συνδέονται με τα καθήκοντα που εκτελούσε κατά τη θητεία του στην εταιρεία.
Το όνομα του Ομπρέζκο εμπλέκεται στη δράση της ομάδας χάκερ «Void Blizzard» (γνωστής και ως «Laundry Bear»), η οποία κατηγορείται για μαζικές κλοπές δεδομένων από κυβερνητικές υπηρεσίες ευρωπαϊκών χωρών που συνδέονται με το ΝΑΤΟ, καθώς και από τουλάχιστον 11 αμερικανικές εταιρείες. Το κατηγορητήριο αναφέρει ότι ο Ομπρέζκο εργαζόταν από το 2024 στην εταιρεία Yutek-NN, η οποία εδρεύει στην πόλη Νίζνι Νόβγκοροντ και διαθέτει επίσημη άδεια από την FSB για συλλογή πληροφοριών μέσω ειδικών τεχνικών μέσων.
Η υπόθεση έρχεται στο φως σε μια περίοδο όπου οι δεσμοί της Kaspersky με τη Ρωσία έχουν οδηγήσει σε κυρώσεις, με το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ να απαγορεύει τη χρήση του λογισμικού της το 2024. Ο λέκτορας Στέφαν Σοεσάντο, από το Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών και Τεχνών της Λουκέρνης, σχολίασε ότι η δίωξη αυτή αποτελεί «δικαίωση» για όσους ασκούσαν κριτική στην εταιρεία, υπογραμμίζοντας ότι οι σχέσεις μεταξύ ιδιωτικού τομέα κυβερνοασφάλειας και μυστικών υπηρεσιών παραμένουν εξαιρετικά αδιαφανείς.