ΗΠΑ και Ιράν υπογράφουν μνημόνιο εκεχειρίας μετά από 4 μήνες πολεμικών συγκρούσεων
Αντί για την «άνευ όρων παράδοση» που ζητούσε ο Ντόναλντ Τραμπ, η Τεχεράνη εξασφαλίζει οικονομικά οφέλη και την επανέναρξη εξαγωγών πετρελαίου.
Η πρόσφατη υπογραφή μνημονίου κατανόησης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, ύστερα από τέσσερις και πλέον μήνες έντονων πολεμικών συγκρούσεων, σηματοδοτεί μια απρόσμενη στροφή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Αν και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε διακηρύξει πως ο πόλεμος θα τερματιζόταν αποκλειστικά με την «άνευ όρων παράδοση» της Τεχεράνης, το τελικό κείμενο αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Αντί να υποστεί μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση, το ιρανικό καθεστώς εξέρχεται από τη σύγκρουση με σημαντικά οικονομικά κέρδη, έχοντας εξασφαλίσει την αποδέσμευση λιμανιών και την επανεκκίνηση των εξαγωγών πετρελαίου, γεγονός που προσφέρει μια κρίσιμη ανάσα στην οικονομία του.
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η επιλογή αυτή υπαγορεύτηκε σε μεγάλο βαθμό από τον φόβο μιας παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης. Όπως παραδέχθηκε ο ίδιος σε δηλώσεις του στο Εβιάν-λε-Μπεν της Γαλλίας, δεν επιθυμούσε να ταυτιστεί με τις αρνητικές συνέπειες της περιόδου της Μεγάλης Ύφεσης, αναγνωρίζοντας πως η κλιμάκωση της έντασης στα Στενά του Ορμούζ θα προκαλούσε ενεργειακή ασφυξία στις διεθνείς αγορές. Παρά τις επιτυχίες των ΗΠΑ στο πεδίο, όπου καταστράφηκαν αεροπορικές και ναυτικές υποδομές του Ιράν, η επίτευξη της συμφωνίας εγείρει ερωτήματα ακόμη και ανάμεσα στους Ρεπουμπλικανούς συμμάχους του, καθώς η νέα πραγματικότητα φαίνεται να ενισχύει τη θέση του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ και των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης. Ενώ ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν άσκησε δριμεία κριτική κάνοντας λόγο για «πληρωμένη» ειρήνη, ο Αμερικανός πρόεδρος παραμένει προσηλωμένος στο σχέδιο περιορισμού του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης για τα επόμενα 15 με 20 χρόνια, αφήνοντας ωστόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, σε περίπτωση που η συμφωνία αποτύχει.