Ενέκριναν οι ΗΠΑ πώληση ελικοπτέρων και εκσυγχρονισμό εξοπλισμού στη Νότια Κορέα αξίας 4,2 δισεκατομμυρίων
Η Σεούλ ενισχύει τις αμυντικές της δυνατότητες απέναντι στην απειλή της Βόρειας Κορέας με την αγορά MH-60R Seahawk και την αναβάθμιση των AH-64E Apache.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ άναψε το πράσινο φως για δυνητικές συμβάσεις πώλησης στρατιωτικών ελικοπτέρων και εκσυγχρονισμού υφιστάμενων συστημάτων στη Νότια Κορέα, με το συνολικό ύψος της συμφωνίας να ανέρχεται στα 4,2 δισεκατομμύρια δολάρια, όπως ανακοίνωσε τη Δευτέρα το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Εν μέσω της αυξανόμενης έντασης από την πλευρά της Βόρειας Κορέας, η Σεούλ προχωρά στην επένδυση 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την απόκτηση 24 ελικοπτέρων ναυτικού τύπου MH-60R «Romeo» Seahawk, τα οποία είναι ειδικά σχεδιασμένα για ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις. Παράλληλα, προβλέπεται η αναβάθμιση του στόλου των επιθετικών ελικοπτέρων AH-64E Apache που διαθέτει ήδη η χώρα. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υπογράμμισε πως οι εν λόγω αγορές ενισχύουν την αποτρεπτική ισχύ της Δημοκρατίας της Κορέας έναντι υπαρχουσών και μελλοντικών απειλών.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που ανέλαβε τον Νοέμβριο του 2025 ο νοτιοκορεάτης πρόεδρος Λι Τζε-μιουνγκ κατά τη συνάντησή του με τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Λι είχε υποσχεθεί την αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού από τις ΗΠΑ ύψους 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων έως το 2030, καθώς και την αύξηση της συμβολής στις δαπάνες για τις αμερικανικές δυνάμεις που εδρεύουν στη χερσόνησο. Σημειώνεται ότι οι ΗΠΑ διατηρούν επί του παρόντος 28.500 στρατιωτικούς στη χώρα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά του, πιέζει σταθερά τους συμμάχους για αύξηση των αμυντικών τους δαπανών, θέτοντας συχνά ζητήματα σχετικά με το κόστος της διατήρησης στρατευμάτων στο εξωτερικό. Την ίδια στιγμή, αν και ο Λι Τζε-μιουνγκ έχει εκφράσει την επιθυμία του για επανέναρξη διαλόγου με την Πιονγκγιάνγκ, δεν έχει υπάρξει ανταπόκριση από το καθεστώς του Κιμ Γιονγκ Ουν, με τις δύο πλευρές να παραμένουν τυπικά σε εμπόλεμη κατάσταση από τον πόλεμο της Κορέας (1950-1953). Παρά τις προσπάθειες που είχαν καταβληθεί κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, η επικοινωνία με τη Βόρεια Κορέα παραμένει παγωμένη, καθώς η τελευταία δηλώνει πλέον πυρηνική δύναμη.