Η ραδιενέργεια από το Τσερνόμπιλ παραμένει ανιχνεύσιμη σε περιοχές της Γαλλίας
Σαράντα χρόνια μετά το πυρηνικό ατύχημα, οι αρχές εντοπίζουν αυξημένα επίπεδα ραδιενέργειας σε εδάφη και συγκεκριμένα αγροτικά προϊόντα.
Τέσσερις δεκαετίες μετά την πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ, η ραδιενέργεια στα εδάφη και σε ορισμένα τρόφιμα παραμένει σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο σε διάφορες περιοχές της Γαλλίας. Πρόκειται για τις λεγόμενες ζώνες υψηλής παραμονής ραδιενέργειας (ZRE), οι οποίες εντοπίζονται κυρίως στα Βόσγια Όρη, την Αλσατία, την ανατολική Κορσική, την κοιλάδα του Ροδανού, το Πουί-ντε-Ντομ, τα Αλπ-ντε-Οτ-Προβάνς και τα Ατλαντικά Πυρηναία.
Η Αρχή Πυρηνικής Ασφάλειας και Ακτινοπροστασίας (ASNR) επισημαίνει ότι η παρουσία ραδιενέργειας είναι αισθητή σε χορτολιβαδικές εκτάσεις, καθώς και σε προϊόντα όπως το γάλα, τα τυριά και το βόειο κρέας, τα οποία προέρχονται από τις συγκεκριμένες ζώνες. Τα ευρήματα αυτά έρχονται να θυμίσουν τις μακροχρόνιες συνέπειες του ατυχήματος της 26ης Απριλίου 1986, αλλά και των πυρηνικών δοκιμών που διεξήχθησαν στην ατμόσφαιρα μεταξύ 1945 και 1980.
Παρά τη σταδιακή μείωση των συγκεντρώσεων καισίου 137 και στροντίου 90, η ASNR προειδοποιεί ότι προϊόντα του δάσους, όπως τα μανιτάρια και το κρέας από κυνήγι, ενδέχεται να διατηρούν υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας για πολλά χρόνια. Αν και στα γεωργικά προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, όπως το σιτάρι ή οι πατάτες, δεν παρατηρείται σημαντική διαφορά, η χωρική μεταβλητότητα στα δάση παραμένει εξαιρετικά μεγάλη.
Σύμφωνα με έκθεση του 2025, η μέση ενεργή δόση ραδιενέργειας από το Τσερνόμπιλ για έναν μέσο κάτοικο πόλης στη Γαλλία εκτιμάται στο 1 μικροσίβερτ ετησίως. Ωστόσο, η έκθεση αυτή μπορεί να αυξηθεί έως και τα 20 μικροσίβερτ για άτομα που περνούν πολλές ώρες σε δασικές εκτάσεις στις πληγείσες περιοχές. Σημειώνεται ότι το όριο ασφαλείας για το ευρύ κοινό ανέρχεται στο 1 μιλισίβερτ (1.000 μικροσίβερτ) ετησίως. Για λόγους σύγκρισης, ένα αεροπορικό ταξίδι Παρίσι – Νέα Υόρκη μετ’ επιστροφής αντιστοιχεί σε 80 μικροσίβερτ, ενώ μια ακτινογραφία θώρακα σε 58 μικροσίβερτ, βάσει στοιχείων του INRS.