Φόροι και εισφορές αφαιρούν σχεδόν το 40% των αποδοχών των εργαζομένων
Τι δείχνουν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το κόστος εργασίας στην Ελλάδα και πώς η προγραμματισμένη μείωση των εισφορών τον Απρίλιο του 2027 θα επηρεάσει την καθαρή αμοιβή των μισθωτών.
Η ψαλίδα ανάμεσα στο συνολικό κόστος που επιβαρύνει μια επιχείρηση για έναν εργαζόμενο με μέσες αποδοχές και το ποσό που τελικά καταλήγει στην τσέπη του παραμένει εξαιρετικά μεγάλη. Για κάθε 100 ευρώ που δαπανά ένας εργοδότης, μόλις 60,70 ευρώ αποτελούν καθαρό μισθό για τον εργαζόμενο, καθώς τα υπόλοιπα 39,30 ευρώ «εξαφανίζονται» λόγω φόρου εισοδήματος και ασφαλιστικών εισφορών εργοδότη και εργαζομένου.
Τα πρόσφατα στοιχεία της έκθεσης «Taxing Wages 2026» του ΟΟΣΑ αναδεικνύουν το υψηλό βάρος που σηκώνει η μισθωτή εργασία στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, για έναν εργαζόμενο χωρίς παιδιά με μέσο μισθό, η συνολική επιβάρυνση άγγιξε το 2025 το 39,3%, ξεπερνώντας τον μέσο όρο των χωρών του Οργανισμού που διαμορφώθηκε στο 35,1%. Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η εικόνα για τις οικογένειες, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται τέταρτη ανάμεσα στα 38 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ, με την επιβάρυνση για ζευγάρι με δύο παιδιά και έναν εργαζόμενο να φτάνει το 37,5%, έναντι 26,2% του διεθνούς μέσου όρου.
Στο πλαίσιο αυτό, η επικείμενη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών από την 1η Απριλίου 2027 έρχεται να περιορίσει ελαφρώς αυτό το χάσμα. Η παρέμβαση αφορά μείωση κατά μισή ποσοστιαία μονάδα των κρατήσεων υπέρ της ΔΥΠΑ για τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, με το κόστος να καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ωστόσο, το καθαρό όφελος για τους εργαζομένους αναμένεται περιορισμένο. Ενδεικτικά, για μικτό μισθό 1.000 ευρώ η μείωση των εισφορών ανέρχεται σε 5 ευρώ μηνιαίως, στα 1.500 ευρώ σε 7,50 ευρώ, ενώ για 2.000 ευρώ σε 10 ευρώ. Η πραγματική αύξηση στο πληρωτέο ποσό ενδέχεται να είναι ακόμη μικρότερη, καθώς η μείωση των εισφορών αυξάνει το φορολογητέο εισόδημα, με αποτέλεσμα η εφορία να «ροκανίζει» μέρος της ελάφρυνσης μέσω της παρακράτησης φόρου.