Ανάληψη μετρητών έως 50 ευρώ από καφενεία και φούρνους της επαρχίας
Νέα ευρωπαϊκή οδηγία δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες να αποσύρουν χρήματα μέσω POS από τοπικά καταστήματα, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης των απομακρυσμένων περιοχών.
Μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο πρόσβασης σε μετρητά εξετάζεται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αναθεώρησης των κανόνων για τις υπηρεσίες πληρωμών. Η πρωτοβουλία στοχεύει στην ενίσχυση των απομακρυσμένων περιοχών της ελληνικής περιφέρειας, όπου το δίκτυο των τραπεζικών καταστημάτων και των ΑΤΜ έχει περιοριστεί δραματικά τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με το προτεινόμενο πλαίσιο, οι πολίτες θα έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν αναλήψεις μετρητών απευθείας από καταστήματα λιανικής, όπως καφενεία και φούρνους, μέσω της χρήσης POS, ακόμη και χωρίς την πραγματοποίηση κάποιας αγοράς. Όπως αναφέρεται από την Εφημερίδα των Συντακτών, το προτεινόμενο όριο για τις εν λόγω συναλλαγές ορίζεται στα 50 ευρώ. Το ζήτημα απασχόλησε πρόσφατα και τη Βουλή, μετά από ερώτηση του βουλευτή Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ, Γιάννη Τσίμαρη. Απαντώντας, η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση, διευκρίνισε ότι η υπηρεσία αυτή θα λειτουργεί σε προαιρετική βάση για τους επαγγελματίες.
Η λύση αυτή κρίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη για κατοίκους ορεινών περιοχών, όπως πολλά χωριά της Ηπείρου, όπου η πρόσβαση στο πλησιέστερο ΑΤΜ απαιτεί συχνά μετακίνηση δεκάδων χιλιομέτρων. Ωστόσο, η υλοποίηση του μέτρου συνοδεύεται από πρακτικά ερωτήματα. Οι επιχειρηματίες θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή ρευστότητα στο ταμείο τους, κάτι που καθίσταται δύσκολο όσο οι ηλεκτρονικές πληρωμές υποκαθιστούν το φυσικό χρήμα. Παράλληλα, υπάρχουν σοβαρά ζητήματα κόστους, ασφάλειας και ευθύνης, καθώς τα μικρά καταστήματα δεν έχουν τις απαραίτητες υποδομές για τη διαχείριση μεγάλων χρηματικών ποσών.
Αν και η νέα δυνατότητα αποτελεί μια αναγκαία συμπληρωματική υπηρεσία για την καθημερινότητα των πολιτών, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για τραπεζική παρουσία. Το ευρύτερο πρόβλημα παραμένει η αποψίλωση της ελληνικής επαρχίας από βασικές υποδομές, όπως σχολεία και ταχυδρομεία, γεγονός που καθιστά το μέλλον των χωριών αβέβαιο.