Επιβράδυνση για τον τομέα μεταποίησης στην Ελλάδα τον Απρίλιο
Σημαντική πίεση από το διεθνές κλίμα και την εφοδιαστική αλυσίδα καταγράφει ο δείκτης PMI, με τις επιχειρήσεις να μετακυλίουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές.
Σε χαμηλό επτά μηνών υποχώρησε τον Απρίλιο ο εποχικά προσαρμοσμένος Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών της S&P Global (PMI) για τον τομέα μεταποίησης στην Ελλάδα, διαμορφούμενος στις 52,4 μονάδες, έναντι 54,5 μονάδων που είχε καταγραφεί τον Μάρτιο. Παρά το γεγονός ότι ο δείκτης παραμένει πάνω από το όριο των 50 μονάδων για 39ο συνεχή μήνα, υποδηλώνοντας μια μακρά περίοδο ανάπτυξης, τα πρόσφατα δεδομένα καταδεικνύουν μόλις μέτρια βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών.
Η ζήτηση δέχθηκε ισχυρές πιέσεις, με τον ρυθμό αύξησης των νέων παραγγελιών να επιβραδύνεται σημαντικά σε σχέση με την ισχυρή πορεία του Μαρτίου, φτάνοντας στο δεύτερο ασθενέστερο επίπεδο της τελευταίας 18μηνης περιόδου. Η ευρεία αβεβαιότητα, το υψηλό κόστος και η επιδείνωση του διεθνούς κλίματος –με τις νέες παραγγελίες εξαγωγών να υποχωρούν με τον ταχύτερο ρυθμό από τον Δεκέμβριο του 2022– ήταν οι κύριοι επιβαρυντικοί παράγοντες.
Παράλληλα, οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή προκάλεσαν σημαντικές ελλείψεις σε πρώτες ύλες, όπως χημικά, πλαστικά και προϊόντα πετρελαίου. Οι χρόνοι παράδοσης επιμηκύνθηκαν στον μέγιστο βαθμό των τελευταίων τρεισήμισι ετών, ενώ ο ρυθμός αύξησης του κόστους εισροών εκτινάχθηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών. Ως αποτέλεσμα, οι Έλληνες παραγωγοί προχώρησαν σε σημαντικές αυξήσεις των τιμών πώλησης, μετακυλίοντας το επιπλέον βάρος στους πελάτες τους.
Τέλος, οι προοπτικές των επιχειρήσεων παραμένουν υποτονικές, με τον βαθμό εμπιστοσύνης να αγγίζει το δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του 2024, καθώς η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να σκιάζει τις επιχειρηματικές προσδοκίες παρά τις επενδυτικές πρωτοβουλίες.