Ο νέος «πονοκέφαλος» του «μαύρου χρήματος»: Πιο αυστηρός ο έλεγχος σε τράπεζες και θυρίδες
Η Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες εισάγει νέα, επιθετικά μέτρα εποπτείας με στόχο τον άμεσο εντοπισμό και τη διακοπή της διακίνησης παράνομων κεφαλαίων.
Ο έλεγχος του «μαύρου χρήματος» περνά σε μια νέα, πλήρως αναδιαρθρωμένη φάση, με την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες να εγκαινιάζει ένα πιο επιθετικό μοντέλο εποπτείας. Το νέο σύστημα θα φέρει στο μικροσκόπιο καταθέσεις, εμβάσματα και θυρίδες, εστιάζοντας συνολικά στον χρηματοπιστωτικό τομέα, από τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών εντός και εκτός Ελλάδας έως τις ασφαλιστικές εταιρείες. Στόχος είναι ο άμεσος εντοπισμός και η αποτελεσματική διακοπή της διακίνησης παράνομων κεφαλαίων.
Η ουσιαστική αλλαγή έγκειται στο ότι οι έλεγχοι δεν θα περιορίζονται πλέον σε εκ των υστέρων διαπιστώσεις, αλλά θα αναπτύσσονται παράλληλα σε προληπτικό και κατασταλτικό επίπεδο. Μέσω της εφαρμογής της «δέουσας επιμέλειας», οι συναλλαγές θα παρακολουθούνται πριν καν ολοκληρωθούν, ενώ οποιαδήποτε ασυνήθιστη ή ύποπτη κίνηση μπορεί να σημάνει την άμεση ενεργοποίηση ελέγχου. Κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η παρέμβαση δεν προϋποθέτει πλήρη απόδειξη παρανομίας, αλλά μπορεί να βασιστεί σε απλές ενδείξεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι συνέπειες είναι άμεσες και σοβαρές: δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, «πάγωμα» θυρίδων και περιουσιακών στοιχείων, ακόμη και έναρξη ποινικών διαδικασιών. Η φιλοσοφία του συστήματος αλλάζει ριζικά, μετατοπίζοντας την εστίαση από τον έλεγχο μετά την πράξη στην επιτήρηση κατά τη διάρκειά της.
Καθοριστικό ρόλο στους ελέγχους θα διαδραματίζει η Μονάδα Α’ της Αρχής, η οποία θα λειτουργεί ως επιχειρησιακό κέντρο για τη συγκέντρωση, διερεύνηση, ανάλυση και αξιολόγηση αναφορών ύποπτων ή ασυνήθων συναλλαγών. Το εξειδικευμένο προσωπικό της θα συσχετίζει δεδομένα, θα ανταποκρίνεται σε αιτήματα ελέγχου, θα συνεργάζεται με αντίστοιχες μονάδες άλλων χωρών, θα παρέχει καθοδήγηση στα υπόχρεα πρόσωπα και θα προβαίνει σε επιχειρησιακές και στρατηγικές αναλύσεις για τον εντοπισμό εγκληματικών δικτύων, τον τρόπο δράσης τους και τις σύγχρονες τάσεις στη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
Παράλληλα, η Αρχή αποκτά πλήρη πρόσβαση σε αρχεία τόσο δημόσιων όσο και ιδιωτικών φορέων, καθώς και σε κάθε περιουσιακό στοιχείο των ελεγχόμενων προσώπων, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας, όταν εγείρονται υπόνοιες για «μαύρο χρήμα». Αυτό σημαίνει ότι ο έλεγχος επεκτείνεται πέρα από έναν απλό λογαριασμό, καλύπτοντας ολόκληρο το οικονομικό προφίλ του ελεγχόμενου. Σε περιπτώσεις επείγοντος χαρακτήρα, όταν υπάρχει υποψία ότι περιουσία ή συναλλαγή σχετίζεται με ξέπλυμα χρήματος ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ο Πρόεδρος της Αρχής δύναται να διατάξει την προσωρινή δέσμευση της περιουσίας ή την αναστολή εκτέλεσης συναλλαγών. Η βασιμότητα της υπόνοιας θα εξετάζεται εντός προθεσμίας 15 εργάσιμων ημερών. Αν δεν επιβεβαιωθεί, η δέσμευση αίρεται. Εάν, ωστόσο, προκύψουν βάσιμες ενδείξεις, ενεργοποιείται πλήρης δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων.
Η δέσμευση δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε τραπεζικές καταθέσεις, αλλά επεκτείνεται σε κάθε μορφή περιουσίας, καθώς και στις προσόδους αυτής. Καλύπτει επίσης περιουσιακά στοιχεία που ελέγχονται μέσω παρένθετων προσώπων ή κατέχονται συνιδιοκτησιακά. Ουσιαστικά, απαγορεύεται κάθε κίνηση, μεταβίβαση, χρήση ή διαπραγμάτευση που θα μπορούσε να επιτρέψει την αξιοποίησή τους. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, η αρμόδια Μονάδα θα αποφασίζει για την αρχειοθέτηση της υπόθεσης ή τη διαβίβασή της στον αρμόδιο εισαγγελέα, εφόσον τα στοιχεία κρίνονται επαρκή. Ακόμη και υποθέσεις που έχουν αρχειοθετηθεί μπορούν να επανεξεταστούν, εάν προκύψουν νέα δεδομένα ή συνδεθούν με άλλες έρευνες.
Στο πλαίσιο των κυρώσεων, η Β’ Μονάδα της Αρχής θα συγκεντρώνει, καταγράφει και αξιολογεί πληροφορίες από αστυνομικές, εισαγγελικές και διεθνείς αρχές, θα επεξεργάζεται δεδομένα, θα συντάσσει αναλύσεις και θα παρακολουθεί την εξέλιξη των υποθέσεων, διασφαλίζοντας τον συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις περιπτώσεις προσώπων που σχετίζονται με τρομοκρατικές δραστηριότητες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ενεργοποιούνται άμεσα μέτρα όπως η απαγόρευση κίνησης λογαριασμών, το κλείσιμο θυρίδων, η απαγόρευση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και η δέσμευση κάθε περιουσιακού στοιχείου, ακόμη και μέσω τρίτων. Τα υπόχρεα πρόσωπα υποχρεούνται σε άμεση συνεργασία και παροχή των ζητούμενων στοιχείων, ειδάλλως υπόκεινται σε κυρώσεις.