ΦΟΔΣΑ Νοτίου Αιγαίου: Απαντά με στοιχεία στις καταγγελίες για τα απορρίμματα στην Πάρο
Ο φορέας διαχείρισης απορριμμάτων καταγγέλλει μεθοδευμένη στοχοποίηση και ξεκαθαρίζει τις αρμοδιότητες σχετικά με τον ΧΥΤΑ Πάρου μετά την πυρκαγιά της 28ης Ιουλίου 2026.
Σε μια περίοδο έντονης αντιπαράθεσης για τη διαχείριση των απορριμμάτων στην Πάρο, ο ΦΟΔΣΑ Νοτίου Αιγαίου προχωρά σε επίσημη τοποθέτηση, απαντώντας σε κατηγορίες και ανακρίβειες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Ο φορέας κάνει λόγο για «μεθοδευμένη στοχοποίηση» και πολιτικά υποκινούμενη επίθεση, διαμηνύοντας ότι παραμένει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Σύρου, για την προσκόμιση κάθε απαραίτητου στοιχείου.
Όπως επισημαίνει ο ΦΟΔΣΑ Νοτίου Αιγαίου, ο ΧΥΤΑ Πάρου λειτουργεί κανονικά για τα αστικά σύμμεικτα απόβλητα. Ο προσωρινός περιορισμός στην αποδοχή ογκωδών αποβλήτων επιβλήθηκε λόγω της πυρκαγιάς της 28ης Ιουλίου 2026, βάσει του Σχεδίου Αντιμετώπισης Έκτακτων Περιστατικών, καθώς ο πληγείς χώρος βρίσκεται υπό αποκατάσταση. Η διοίκηση του φορέα τονίζει ότι η αποδοχή νέων υλικών πριν ολοκληρωθούν οι απαραίτητες διαδικασίες ασφαλείας θα συνιστούσε παραβίαση των περιβαλλοντικών όρων.
Παράλληλα, ο οργανισμός διευκρινίζει ότι η διαχείριση ειδικών ρευμάτων αποβλήτων –όπως χαρτοκιβώτια, οικοδομικά υλικά και ανακυκλώσιμα– εμπίπτει στις αποκλειστικές αρμοδιότητες του Δήμου Πάρου, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Ο ΦΟΔΣΑ υπογραμμίζει πως ο Δήμος διαθέτει συμβάσεις για τη διαχείριση αυτών των υλικών, υπενθυμίζοντας μάλιστα ότι η σύμβαση για την προσωρινή αποθήκευση ανακυκλώσιμων υλικών είναι σε ισχύ έως τις 6 Δεκεμβρίου 2026.
Τέλος, ο φορέας καταρρίπτει τους ισχυρισμούς περί απουσίας έργων, παραθέτοντας συγκεκριμένα στοιχεία: από τις αυξήσεις χωρητικότητας του ΧΥΤΑ το 2024 και 2025, έως τη χρηματοδότηση μεγάλων υποδομών επεξεργασίας αποβλήτων που εγκρίθηκαν από τη Διυπουργική Επιτροπή ΣΔΙΤ στις 25 Σεπτεμβρίου 2025. Ο ΦΟΔΣΑ Νοτίου Αιγαίου επιφυλάσσεται για την άσκηση κάθε νόμιμου δικαιώματός του, διαβεβαιώνοντας πως δεν θα συμμετάσχει στην «τοξική αντιπαράθεση» που υπονομεύει το έργο της Δικαιοσύνης.