Στην τελική ευθεία η παραλαβή των ρωσικών Su-35 από το Ιράν
Οι προκλήσεις για την ιρανική αεροπορία και η σημασία των ρωσικών μαχητικών 4++ γενιάς στη Μέση Ανατολή.
Το Ιράν βρίσκεται πλέον στην τελική φάση προετοιμασίας για την παραλαβή των ρωσικών μαχητικών Su-35, σε μια κίνηση που αναμένεται να αναβαθμίσει τις δυνατότητες αεράμυνας της χώρας, χωρίς ωστόσο να ανατρέπει αυτόματα την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Η απόκτηση των αεροσκαφών, για τα οποία το Ιράν έχει επιβεβαιώσει το ενδιαφέρον του, αποτελεί την πιο σημαντική ποιοτική ενίσχυση της ιρανικής Πολεμικής Αεροπορίας εδώ και πάνω από 40 χρόνια.
Τον Ιανουάριο του 2025, ο ανώτατος αξιωματικός των Φρουρών της Επανάστασης, Αλί Σαντμανί, είχε επιβεβαιώσει την αγορά των Su-35, χωρίς όμως να αποκαλύψει τον ακριβή αριθμό των αεροσκαφών. Παρότι πηγές αναφέρουν ότι περίπου 20 μαχητικά έχουν ήδη κατασκευαστεί στο εργοστάσιο του Κομσομόλσκ επί του Αμούρ, με τις εκτιμήσεις για τη συνολική παραγγελία να κυμαίνονται από 24 έως 48 μονάδες, η Μόσχα και η Τεχεράνη τηρούν επίσημη σιγή ιχθύος.
Το Su-35, ένα μαχητικό «4++» γενιάς, ξεχωρίζει για την ευελιξία του, το ραντάρ Irbis-E με εμβέλεια έως 350 χιλιόμετρα και τη δυνατότητα μεταφοράς φορτίου όπλων οκτώ τόνων. Για το Ιράν, τα νέα αυτά μαχητικά είναι κρίσιμης σημασίας, καθώς ο υπάρχων στόλος αποτελείται κατά κύριο λόγο από αεροσκάφη που αποκτήθηκαν πριν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, όπως τα F-14 Tomcat και τα F-4 Phantom, τα οποία αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα διαθεσιμότητας και παλαιότητας.
Ωστόσο, η επιχειρησιακή αξία των Su-35 θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες: την εκπαίδευση των πιλότων, την υποστήριξη από τη ρωσική αμυντική βιομηχανία και την ενσωμάτωσή τους στο δίκτυο ραντάρ της χώρας. Παρά την ισχυρή τους παρουσία, τα Su-35 δεν διαθέτουν χαρακτηριστικά stealth και θα παραμένουν ευάλωτα αν επιχειρήσουν χωρίς ολοκληρωμένη αεροπορική υποστήριξη απέναντι σε σύγχρονα συστήματα όπως τα F-35. Η συμφωνία αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρύτερης εικοσαετούς στρατηγικής εταιρικής σχέσης που υπέγραψαν οι δύο χώρες το 2025, επισφραγίζοντας μια νέα εποχή στρατιωτικής συνεργασίας.
