Ενεργειακή αναβάθμιση: Γιατί 3 εκατομμύρια κατοικίες παραμένουν εκτός των προγραμμάτων «Εξοικονομώ»
Παρά τα δισεκατομμύρια ευρώ σε επιδοτήσεις, η Ελλάδα καταγράφει υποχώρηση στις ενεργειακές παρεμβάσεις, με το κόστος των υλικών και τη γραφειοκρατία να φρενάρουν τις προσπάθειες.
Η ενεργειακή αναβάθμιση του γερασμένου ελληνικού κτιριακού αποθέματος εξελίσσεται σε έναν «γρίφο» για δυνατούς λύτες. Παρά τη διάθεση κεφαλαίων ύψους 2,5 δισ. ευρώ από το 2019 έως το 2025, η χώρα μας παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία, μόλις το 9,5% των κατοίκων στην Ελλάδα δηλώνει ότι το ακίνητό του έχει υποστεί παρεμβάσεις την τελευταία πενταετία, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει το 23,9%.
Η κατάσταση γίνεται ανησυχητική αν αναλογιστεί κανείς ότι το 2023 το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 12,5%. Πίσω από αυτή την υποχώρηση κρύβεται η εκρηκτική αύξηση του κόστους των εργασιών, που έχει εκτιναχθεί κατά 40%-50% από το 2022. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα διαθέσιμα κονδύλια να επαρκούν για πολύ λιγότερα ακίνητα. Ενδεικτικά, στο πρόγραμμα του 2021 εντάχθηκαν 69.409 δικαιούχοι, ενώ στο πρόγραμμα του 2025 ο αριθμός περιορίζεται σε μόλις 37.829, παρά το γεγονός ότι ο συνολικός προϋπολογισμός παραμένει σε υψηλά επίπεδα.
Στα εμπόδια προστίθενται οι χρόνιες καθυστερήσεις και η γραφειοκρατία, που αναγκάζουν το κράτος να παρατείνει συνεχώς τις προθεσμίες ολοκλήρωσης των έργων. Την ίδια στιγμή, η γεωγραφική κατανομή των πόρων προκαλεί αντιδράσεις. Περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Δυτική Μακεδονία έλαβαν προτεραιότητα λόγω φυσικών καταστροφών, αφήνοντας πίσω την Αττική, όπου με πάνω από 2 εκατ. κατοικίες, οι επιδοτήσεις περιορίστηκαν στα 40 εκατ. ευρώ.
Το μέγεθος της πρόκλησης είναι τεράστιο, καθώς εκτιμάται ότι τουλάχιστον 3 εκατ. ελληνικές κατοικίες χρήζουν άμεσης ενεργειακής αναβάθμισης. Αν δεν αλλάξει η στρατηγική, ώστε κάθε διαθέσιμο ευρώ να αποδίδει περισσότερα έργα, το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών ακινήτων θα παραμείνει ενεργειακά «γερασμένο» για τα επόμενα χρόνια.