Στο Συμβούλιο της Επικρατείας: Οριστικό «όχι» στην επιστροφή των επιδομάτων στο Δημόσιο
Με την απόφαση 1201/2026 το ανώτατο δικαστήριο έκρινε συνταγματική την κατάργηση των δώρων, βάζοντας τέλος στις δικαστικές διεκδικήσεις των υπαλλήλων.
Οριστικό τέλος στις προσδοκίες για την επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στο Δημόσιο έβαλε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδίδοντας την απόφαση 1201/2026. Το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου, κρίνοντας ότι η διατήρηση της κατάργησης των εν λόγω παροχών είναι απόλυτα σύμφωνη με το Σύνταγμα και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι δικαστές υπογράμμισαν ότι η επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα επιδόματα δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, που άπτονται της δημοσιονομικής σταθερότητας της χώρας. Παράλληλα, το δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα περί παραβίασης της αρχής της ισότητας, διευκρινίζοντας ότι το υπηρεσιακό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων διαφέρει ριζικά από αυτό των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.
Η δικαστική διαμάχη επικεντρώθηκε στην περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2023 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, με τον ενάγοντα να επικαλείται την ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041 για τους κατώτατους μισθούς. Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας, βασιζόμενο και στην απόφαση C-19/23 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Νοεμβρίου 2025, έκρινε ότι ο καθορισμός των αποδοχών παραμένει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Επομένως, η επίμαχη Οδηγία δεν παρέχει στους εργαζομένους το δικαίωμα αξίωσης για τα συγκεκριμένα δώρα.
Υπενθυμίζεται ότι τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας, καταργήθηκαν με τον νόμο 4093/2012 στο πλαίσιο του δεύτερου μνημονίου. Έκτοτε, η ΑΔΕΔΥ διεκδικεί την επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού, εκτιμώντας τις συνολικές απώλειες των δημοσίων υπαλλήλων από το 2012 σε 35 έως 40 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που εκτοξεύεται πάνω από τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ αν συνυπολογιστούν οι απώλειες των συνταξιούχων.