Φορολογικές δηλώσεις: Η μεγάλη απόκλιση μεταξύ των δηλωμένων 241 ευρώ και των πραγματικών ενοικίων
Παρά την εντυπωσιακή αύξηση των επίσημων μισθωτηρίων και της συνολικής δαπάνης, οι τιμές που εμφανίζονται στην εφορία απέχουν σημαντικά από το κόστος της αγοράς.
Η αγορά κατοικίας παρουσιάζει μια έντονη αντίφαση, καθώς η αύξηση των δηλωμένων μισθώσεων δεν συνοδεύεται από μια ανάλογη αποτύπωση των πραγματικών ενοικίων στις φορολογικές δηλώσεις. Παρά το γεγονός ότι οι δηλωμένες μισθώσεις κύριας κατοικίας αυξήθηκαν από 970.506 το 2023 σε 1.195.757 το 2024, το μέσο δηλωθέν ενοίκιο παραμένει καθηλωμένο μόλις στα 241 ευρώ, ποσό που απέχει παρασάγγας από τα δεδομένα της αγοράς.
Η συνολική δηλωμένη δαπάνη για ενοίκια κύριας κατοικίας ανήλθε στα 3,88 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 58% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η τάση αυτή αποδίδεται σε μια σειρά κυβερνητικών μέτρων, όπως η απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για κλειστά ακίνητα και οι αυστηρές ηλεκτρονικές διασταυρώσεις της ΑΑΔΕ, που έχουν οδηγήσει πολλά ακίνητα από την «γκρίζα» ζώνη στην επίσημη αγορά.
Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η εύρεση στέγης με 241 ευρώ αποτελεί πλέον την εξαίρεση. Στην Αττική και τα μεγάλα αστικά κέντρα, ένα μέσο παλαιό διαμέρισμα μισθώνεται συνήθως πάνω από 600 ευρώ, ενώ για ανακαινισμένα ακίνητα οι τιμές κυμαίνονται συχνά μεταξύ 800 και 1.000 ευρώ μηνιαίως.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στη φοιτητική κατοικία. Ενώ η μέση δηλωθείσα δαπάνη ανήλθε στα 244 ευρώ, σε πόλεις όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, τα Ιωάννινα και το Ηράκλειο, τα ενοίκια για γκαρσονιέρες ξεπερνούν σταθερά τα 450-500 ευρώ. Είναι σαφές ότι, παρά τη βελτίωση της καταγραφής μέσω των ηλεκτρονικών μισθωτηρίων, ένα σημαντικό μέρος των συναλλαγών παραμένει υποτιμολογημένο στα φορολογικά αρχεία, αποκρύπτοντας το πραγματικό κόστος που επωμίζονται οι ενοικιαστές.