Στα δικαστήρια 4 δημοσιογράφοι των New York Times μετά το ρεπορτάζ για το Air Force One
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ καλεί σε απολογία τους συντάκτες που αποκάλυψαν κενά ασφαλείας στο νέο προεδρικό αεροσκάφος από το Κατάρ.
Σε νέα σφοδρή αντιπαράθεση με τον αμερικανικό Τύπο βρίσκεται η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, με επίκεντρο τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας και την ελευθερία της ενημέρωσης. Τέσσερις δημοσιογράφοι των New York Times, οι Τζούλιαν Ε. Μπαρνς, Έρικ Λίπτον, Τάιλερ Πέιτζερ και Έρικ Σμιτ, έλαβαν κλητεύσεις για να καταθέσουν ενώπιον ομοσπονδιακού ενόρκου δικαστηρίου στο Μανχάταν, σχετικά με το ρεπορτάζ τους για το νέο Air Force One.
Το αεροσκάφος, το οποίο δωρίστηκε από το Κατάρ και εντάχθηκε στον προεδρικό στόλο, βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής μετά από δημοσίευμα της εφημερίδας που ανέφερε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αναγκάστηκε να αλλάξει αεροπλάνο κατά την επιστροφή του από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Τουρκία. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, το νέο Boeing 747-8 δεν διέθετε ακόμη όλα τα απαραίτητα αμυντικά συστήματα, όπως τεχνολογία αντιπυραυλικής προστασίας, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθεί το παλαιότερο προεδρικό αεροσκάφος.
Η κυβέρνηση απέρριψε κατηγορηματικά τις αναφορές περί ελλείψεων, με αξιωματούχο του Λευκού Οίκου να δηλώνει ότι το αεροσκάφος διαθέτει υπερσύγχρονα πρωτόκολλα ασφαλείας. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η αλλαγή στο μέσο μετακίνησης ήταν μια τακτική «παραπλάνησης και αποπροσανατολισμού» για λόγους ασφαλείας.
Η υπόθεση πήρε απρόσμενη τροπή όταν ομοσπονδιακοί πράκτορες επιδόθηκαν σε κατ’ οίκον κλητεύσεις των δημοσιογράφων, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση των New York Times. Ο νομικός σύμβουλος της εφημερίδας, Ντέιβιντ ΜακΚρόου, χαρακτήρισε το γεγονός ως επίθεση στο Σύνταγμα, τονίζοντας ότι η εφημερίδα θα αμφισβητήσει δικαστικά τις κλητεύσεις για να προστατεύσει τις πηγές της. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα της έντονης διαμάχης μεταξύ του Λευκού Οίκου και των μεγάλων μέσων ενημέρωσης σχετικά με τη διαχείριση διαβαθμισμένων πληροφοριών.