Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους: 5 προτάσεις για να επιστρέψουν τα κλειστά σπίτια στην αγορά
Η υποαξιοποίηση του οικιστικού αποθέματος ευθύνεται για έως και το 19% της ανόδου των τιμών, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Η ραγδαία εκτίναξη του κόστους στέγασης στην Ελλάδα δεν οφείλεται αποκλειστικά στην περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα, αλλά και στο γεγονός ότι ένα τεράστιο απόθεμα κατοικιών παραμένει κενό, χωρίς να διατίθεται για μακροχρόνια μίσθωση ή πώληση. Στο κρίσιμο αυτό συμπέρασμα καταλήγει νέα μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η οποία αναδεικνύει την ανάγκη για μια ισορροπημένη στρατηγική αξιοποίησης του υφιστάμενου οικιστικού πλούτου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ενώ το συνολικό απόθεμα κατοικιών στη χώρα υπερβαίνει τα 2,2 εκατομμύρια, το 34,5% αυτών δηλώνεται ως κενό. Μεταξύ 2011 και 2021, ο αριθμός των κατοικιών που διατίθενται προς ενοικίαση μειώθηκε κατά 10,4%, ενώ τα ακίνητα προς πώληση υποχώρησαν κατά 33,1%. Η μελέτη, την οποία υπογράφουν οι Στέλιος Γιαννουλάκης, Μιχάλης Σταύρακας και ο καθηγητής Γιάννης Τσουκαλάς, επισημαίνει πως η μειωμένη αξιοποίηση των υπαρχόντων ακινήτων έχει ωθήσει τις τιμές σε άνοδο έως και 19,1%.
Για την αντιμετώπιση του φαινομένου, προτείνονται πέντε βασικές δέσμες μέτρων:
1. Επίλυση κληρονομικών και κτηματολογικών εκκρεμοτήτων για την απελευθέρωση αδρανών ακινήτων.
2. Θέσπιση φορολογικών κινήτρων, με μειωμένους συντελεστές για μακροχρόνιες μισθώσεις.
3. Στήριξη των ανακαινίσεων μέσω στοχευμένων επιδοτήσεων, με αντάλλαγμα τη διάθεση των ακινήτων στην αγορά.
4. Ρυθμιστικές παρεμβάσεις στις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε περιοχές με υψηλή ζήτηση.
5. Συμπληρωματικές δημόσιες επενδύσεις σε κοινωνική κατοικία για την κάλυψη των αναγκών που δεν καλύπτει ο ιδιωτικός τομέας.
Οι συντάκτες τονίζουν πως, αν η Ελλάδα επέστρεφε στα επίπεδα διαθεσιμότητας κατοικιών του 2001, θα μπορούσε να ασκηθεί σημαντική πτωτική πίεση στις τιμές, οι οποίες ενδέχεται να υποχωρήσουν έως και κατά 24,6%, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.