Μείωση ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5% έρχεται την 1η Ιανουαρίου 2027
Το σχέδιο της κυβέρνησης για την ελάφρυνση του μη μισθολογικού κόστους και η πλήρης κάλυψη της απώλειας εσόδων του ΕΦΚΑ μέσω της αύξησης των αποδοχών.
Μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα προγραμματίζει η κυβέρνηση για την 1η Ιανουαρίου 2027, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η απασχόληση και να αυξηθούν οι καθαρές αποδοχές των μισθωτών. Η συγκεκριμένη ελάφρυνση, που αποτελεί πάγιο αίτημα του επιχειρηματικού κόσμου για τον περιορισμό του μη μισθολογικού κόστους, αναμένεται να συμβάλει καθοριστικά στην τόνωση της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Η απώλεια εσόδων για τον ΕΦΚΑ, η οποία υπολογίζεται σε 220 εκατ. ευρώ ετησίως, αναμένεται να καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό. Τα ταμειακά διαθέσιμα του φορέα εμφανίζονται ενισχυμένα, χάρη στην άνοδο του κατώτατου μισθού και του μέσου όρου των αποδοχών. Ενδεικτικά, η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 4,5% που τέθηκε σε ισχύ από την 1η Απριλίου, αναμένεται να αποφέρει επιπλέον έσοδα ύψους 630 εκατ. ευρώ στον ΕΦΚΑ, καλύπτοντας το κόστος της παρέμβασης. Παράλληλα, σημαντική εισροή εσόδων καταγράφεται και από τους εργαζόμενους συνταξιούχους, ο αριθμός των οποίων έχει ξεπεράσει τους 300.000.
Η κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο μιας πιο γενναίας παρέμβασης, ωστόσο προς το παρόν επικρατεί το σενάριο της μείωσης κατά 0,5%, η οποία πιθανότατα θα αφορά τον κλάδο ασθενείας των εργοδοτών και τις εισφορές κατάρτισης, χωρίς να επηρεάζονται οι συνταξιοδοτικές εισφορές ή ο κλάδος ανεργίας (1,2%). Την αναγκαιότητα της κίνησης αυτής έχει επισημάνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, με τον διοικητή της, Γιάννη Στουρνάρα, να τονίζει πως η διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει τη συστηματική μείωση των βαρών στην εργασία.
Με τη νέα ρύθμιση του 2027, οι ασφαλιστικές εισφορές θα έχουν υποχωρήσει συνολικά κατά 5,9% σε σύγκριση με το 2019, διαμορφούμενες στο 35,66%, πλησιάζοντας σταδιακά τον μέσο όρο της Ε.Ε. Σημειώνεται πως, παρά τις μειώσεις, οι εισφορές των Ελλήνων μισθωτών παραμένουν σε υψηλά επίπεδα (13,35%), καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στην Ευρωζώνη, μετά τη Γερμανία (19,9%) και το Βέλγιο (13,7%).