Οι τοποθετήσεις του Παύλου Μαρινάκη για την τραγωδία των Τεμπών και την επικαιρότητα
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ζητά σεβασμό στη δικαστική διαδικασία, απαντά στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης και αναλύει τα μέτρα για τη στεγαστική κρίση.
Τρία χρόνια μετά το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης προέβη σε τοποθετήσεις σχετικά με την απόδοση δικαιοσύνης, το χρέος του «ποτέ ξανά» και τα φαινόμενα «τηλεδικαστηρίων» που πλήττουν τη δημόσια συζήτηση. Μιλώντας στον Σκάι, τόνισε την ανάγκη η Δικαιοσύνη να αφεθεί ανεπηρέαστη να επιτελέσει το έργο της, υπενθυμίζοντας ότι η επερχόμενη δίκη στις 23 Μαρτίου με 36 κατηγορούμενους αποτελεί μια διαδικασία πρωτόγνωρη για τα δεδομένα εθνικών τραγωδιών.
Ο Παύλος Μαρινάκης υπεραμύνθηκε της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, σημειώνοντας πως κάθε απόφαση, όπως αυτή για τις εκταφές, λαμβάνεται βάσει του νομικού πλαισίου και των πραγματικών δεδομένων. «Τα ελληνικά εργαστήρια είναι από τα καλύτερα στην Ευρώπη και τον κόσμο», υπογράμμισε, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις περί συγκάλυψης και επισημαίνοντας ότι οι οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να ορίσουν τεχνικούς συμβούλους. Παράλληλα, διαχώρισε το ποινικό σκέλος από τις αλλαγές που δρομολογούνται στα συστήματα ασφαλείας των σιδηροδρόμων, αναγνωρίζοντας ότι απαιτείται διαρκής προσπάθεια για την ενίσχυση της ασφάλειας έως το 2026.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέρριψε κατηγορηματικά τις επικρίσεις του Αντώνη Σαμαρά περί εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας, εξηγώντας ότι οι συμβάσεις με τη Chevron δεν θίγουν κυριαρχικά δικαιώματα. Αντίθετα, απαρίθμησε τις επιτυχίες της κυβέρνησης στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα, όπως τις συμφωνίες ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο και την ενίσχυση του στόλου με Rafale, Belharra και F-35.
Τέλος, αναφερόμενος στη στεγαστική κρίση, ο κ. Μαρινάκης παραδέχθηκε ότι αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της εποχής. Παρουσίασε τους άξονες της κυβερνητικής παρέμβασης, που περιλαμβάνουν προγράμματα όπως το «Σπίτι μου», φορολογικά κίνητρα για την τόνωση της προσφοράς κατοικιών και μέτρα για την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, επισημαίνοντας ότι η αντιμετώπιση του ζητήματος αποτελεί έναν μακροχρόνιο «αγώνα δρόμου».