Η OpenAI αντιμέτωπη με αγωγή για μαζική ένοπλη επίθεση στον Καναδά
Συγγενείς θυμάτων καταγγέλλουν ότι η εταιρεία αγνόησε προειδοποιήσεις για την επικείμενη δράση της ένοπλης δράστιδος προκειμένου να προστατεύσει την επιχειρηματική της εικόνα.
Η OpenAI και ο διευθύνων σύμβουλός της, Σαμ Άλτμαν, βρίσκονται στο επίκεντρο μιας δικαστικής διαμάχης, καθώς συγγενείς θυμάτων μίας από τις πλέον πολύνεκρες ένοπλες επιθέσεις στον Καναδά κατέθεσαν μήνυση σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Σαν Φρανσίσκο. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η εταιρεία Τεχνητής Νοημοσύνης εντόπισε την δράστη ως «αξιόπιστη απειλή» οκτώ μήνες πριν από το τραγικό περιστατικό, ωστόσο επέλεξε να μην ενημερώσει τις αρχές.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, τα στελέχη της OpenAI φέρονται να απέφυγαν την καταγγελία στις αστυνομικές αρχές για να μη δημοσιοποιηθεί ο μεγάλος όγκος βίαιου περιεχομένου που παράγεται μέσω του ChatGPT, κάτι που θα μπορούσε να πλήξει την αποτίμηση της εταιρείας ενόψει μιας δημόσιας προσφοράς ύψους σχεδόν 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Στην επίθεση που σημειώθηκε τον Φεβρουάριο στο Τάμπλερ Ριντζ της Βρετανικής Κολομβίας, έχασαν τη ζωή τους εννέα άνθρωποι, ανάμεσά τους παιδιά και εκπαιδευτικοί.
Η δράστης, η 18χρονη τότε Τζέσι Βαν Ρουτσέλααρ, είχε καταγραφεί από τα συστήματα ασφαλείας της OpenAI να περιγράφει αναλυτικά σενάρια βίας σε συνομιλίες της με το chatbot ήδη από τον Ιούνιο του 2025. Παρά τις συστάσεις της ομάδας ασφαλείας της εταιρείας για άμεση ειδοποίηση της αστυνομίας, η διοίκηση φέρεται να μην προχώρησε σε καμία ενέργεια. Η υπόθεση αυτή αποτελεί μια πρωτοφανή νομική πρόκληση, καθώς είναι η πρώτη φορά που ισχυρίζεται επίσημα ότι ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης συνέβαλε καθοριστικά στη διευκόλυνση μιας μαζικής επίθεσης. Από την πλευρά της, η OpenAI εξέφρασε τη θλίψη της για την «τραγωδία», υποστηρίζοντας πως εφαρμόζει αυστηρή πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι σε πρακτικές που προωθούν τη βία.