Η Τεχνητή Νοημοσύνη στην Αγορά Εργασίας: Φόβοι για το Μέλλον και Πραγματικότητα
Δύο αντίθετες όψεις της επίδρασης της Generative AI στην απασχόληση και την παραγωγικότητα, με τις πρώτες έρευνες να ρίχνουν φως στο θέμα.
Η ραγδαία εξέλιξη της Δημιουργικής Τεχνητής Νοημοσύνης (Generative AI) έχει πυροδοτήσει εκτεταμένες συζητήσεις και σενάρια σχετικά με το μέλλον της απασχόλησης και της παραγωγικότητας. Από τη μία πλευρά, ορισμένοι προβλέπουν μια δυσοίωνη κατάρρευση θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα σε επαγγέλματα που χαρακτηρίζονται από επαναλαμβανόμενες ρουτίνες γραφείου. Από την άλλη, ευνοϊκότερα σενάρια κάνουν λόγο για τη δημιουργία νέων, ποιοτικότερων και περισσοτέρων θέσεων εργασίας, που θα αντισταθμίσουν ενδεχομένως τις απώλειες.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διττής πραγματικότητας παρατηρείται στον κλάδο της τεχνολογίας. Ενώ οι θέσεις εργασίας προγραμματιστών που ασχολούνται με τη συγγραφή κώδικα ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι συνολικές επενδύσεις στον τεχνολογικό κλάδο γνωρίζουν άνθηση, με τις μεγάλες εταιρείες να επεκτείνουν συνεχώς τις υποδομές τους, όπως τα data centers. Αυτό οδηγεί σε μια γενικότερη διεύρυνση της αγοράς και αύξηση της παραγωγικότητας.
Ωστόσο, τα νέα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης είναι σε θέση να γράφουν κώδικα με παρόμοια ποιότητα, αλλά σημαντικά ταχύτερα και οικονομικότερα από τους ανθρώπους. Οι προβλέψεις για το μέλλον παραμένουν επισφαλείς, ενώ τα πρώτα διαθέσιμα στοιχεία δεν φαίνεται να καθησυχάζουν απαραίτητα τους εργαζόμενους.
Μια έρευνα του υπουργείου Οικονομικών της Ιρλανδίας, μιας χώρας με οικονομία ιδιαίτερα εξαρτημένη από τομείς ευάλωτους στην Τεχνητή Νοημοσύνη, όπως η τεχνολογία και τα χρηματοοικονομικά, αποκάλυψε μια τάση στην απασχόληση που διαφοροποιείται από την υπόλοιπη οικονομία, πιθανώς λόγω της επίδρασης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η Ιρλανδία, ως «θερμοκήπιο» τεχνολογικών εταιρειών, μπορεί να θεωρηθεί ως «καναρίνι στο ανθρακωρυχείο» όσον αφορά την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Σύμφωνα με την έρευνα, η απασχόληση στους κλάδους που επηρεάζονται περισσότερο από την Τεχνητή Νοημοσύνη, όπως ο τεχνολογικός και ο χρηματοοικονομικός, παρουσίασε αύξηση περίπου 4% μεταξύ 2023 και 2025. Αυτή η αύξηση ήταν μικρότερη σε σύγκριση με εταιρείες μεσαίου (4,5%) και χαμηλού (6,25%) κινδύνου από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι θέσεις εργασίας αυξήθηκαν λιγότερο σε κλάδους που αξιοποιούν εντατικότερα την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Επιπλέον, η απασχόληση για άτομα ηλικίας 15 έως 29 ετών στους ευαίσθητους κλάδους μειώθηκε κατά 1% την ίδια περίοδο. Στον τεχνολογικό κλάδο, συγκεκριμένα, η μείωση έφτασε το 20% για αυτήν την ηλικιακή ομάδα. Αντίθετα, η απασχόληση για άτομα ηλικίας 30 έως 59 ετών στον ίδιο κλάδο σημείωσε αύξηση 12%.
Οι ερευνητές, αν και τονίζουν ότι η διαφορά δεν μπορεί να αποδοθεί 100% στην Τεχνητή Νοημοσύνη, υποδεικνύουν ένα σαφές μοτίβο. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, παρόλο που δεν «σκέφτεται» με την ανθρώπινη έννοια και δεν παρέχει πάντα απόλυτα ασφαλή αποτελέσματα, εκτελεί με ικανοποιητική απόδοση εργασίες που παραδοσιακά αναλάμβαναν νεοπροσλαμβανόμενοι σε εταιρείες υπηρεσιών. Αυτό αφορά από τράπεζες και χρηματοοικονομικά ιδρύματα μέχρι μέσα ενημέρωσης και εταιρείες τεχνολογίας, όπου η αρχική είσοδος στο επάγγελμα γινόταν συχνά μέσω βοηθητικών θέσεων για συγκέντρωση στοιχείων ή εκτέλεση απλών εργασιών. Τώρα, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αναλάβει αυτές τις εργασίες, ίσως όχι με την ίδια τελειότητα, αλλά πολύ ταχύτερα και, κυρίως, σημαντικά φθηνότερα.
Αυτή η εξέλιξη αποτελεί απειλή όχι μόνο για τους νέους εργαζόμενους, αλλά και για ολόκληρους κλάδους. Πρόσφατα, οι μετοχές εταιρειών λογισμικού παρουσίασαν κατακόρυφη πτώση μετά την εμφάνιση του τελευταίου μοντέλου Τεχνητής Νοημοσύνης της Anthropic, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλή αποτελεσματικότητα στη συγγραφή κώδικα. Αυτό εγείρει το ερώτημα για την βιωσιμότητα ολόκληρων κλάδων εταιρειών λογισμικού, εφόσον οι λειτουργίες τους μπορούν πλέον να αναπαραχθούν από Τεχνητή Νοημοσύνη.
Αντίθετα, μια έρευνα του Εθνικού Γραφείου Οικονομικών Ερευνών των ΗΠΑ (NBER) σε 6.000 στελέχη επιχειρήσεων στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία και την Αυστραλία, διαπίστωσε ότι πάνω από το 80% δεν παρατηρεί καμία αισθητή επίδραση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην απασχόληση ή την παραγωγικότητα. Περίπου το 69% των επιχειρήσεων χρησιμοποιεί σήμερα κάποια μορφή Τεχνητής Νοημοσύνης, με το 75% να αναμένει την υιοθέτησή της στα επόμενα τρία χρόνια. Ωστόσο, ο αντίκτυπος στην απασχόληση και την παραγωγικότητα παραμένει περιορισμένος. Οι πιο συνηθισμένες χρήσεις περιλαμβάνουν τη δημιουργία κειμένου με μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, τη δημιουργία οπτικού περιεχομένου και την επεξεργασία δεδομένων μέσω μηχανικής μάθησης, που δεν συνιστούν, σύμφωνα με την έρευνα, επαναστατικές αλλαγές.
Συνολικά, πάνω από το 90% των στελεχών που συμμετείχαν στην έρευνα ανέφεραν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είχε καμία επίδραση στην απασχόληση στην εταιρεία τους τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ το 89% δεν παρατήρησε καμία μεταβολή στις πωλήσεις ανά εργαζόμενο.
Μήπως, τελικά, η όλη αναστάτωση είναι υπερβολική; Ίσως όχι. Για να υπάρξει πρόβλημα στην αγορά εργασίας, δεν είναι απαραίτητες οι μαζικές απολύσεις λόγω Τεχνητής Νοημοσύνης. Αρκεί να «παγώσουν» οι προσλήψεις νέων, να αυξηθεί η ανισότητα εις βάρος εργαζομένων που μπορούν να αντικατασταθούν από Τεχνητή Νοημοσύνη, ή να ενισχυθεί περαιτέρω η διαπραγματευτική δύναμη των εργοδοτών.
Ο Σαμ Άλτμαν, επικεφαλής της OpenAI, της εταιρείας που ανέπτυξε το ChatGPT, παραδέχτηκε ότι πολλές εταιρείες αποδίδουν στην Τεχνητή Νοημοσύνη απολύσεις που θα πραγματοποιούσαν ούτως ή άλλως. «Υπάρχει κάποιο «AI washing», όπου οι άνθρωποι κατηγορούν την τεχνητή νοημοσύνη για απολύσεις που θα έκαναν ούτως ή άλλως», δήλωσε, αναγνωρίζοντας όμως παράλληλα ότι υπάρχει και πραγματική αντικατάσταση θέσεων εργασίας από την Τεχνητή Νοημοσύνη, ένα φαινόμενο που αναμένεται να εντείνεται στο μέλλον.
