Νέοι δασμοί Τραμπ στην Ευρώπη: Η γερμανική οικονομία σε αβεβαιότητα
Το Βερολίνο εκφράζει ανησυχίες για τις ανακοινώσεις του Αμερικανού προέδρου, μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τους δασμούς.
Η γερμανική οικονομία και οι επιχειρηματικοί κύκλοι βλέπουν να παρατείνεται η περίοδος αβεβαιότητας, μετά τη νέα ανακοίνωση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για επιβολή δασμών ύψους 15% σε όλα τα εισαγόμενα προϊόντα. Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως συνέχεια της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, το οποίο έκρινε παράνομους τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» δασμούς.
Ο υπουργός Οικονομικών, Λαρς Κλινγκμπάιλ, μιλώντας στην Frankfurter Allgemeine Zeitung, δήλωσε ότι παρά την απόφαση του δικαστηρίου, ορισμένοι δασμοί που αφορούν συγκεκριμένους κλάδους, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και ο χάλυβας, παραμένουν σε ισχύ. «Παραμένει μεγάλη αβεβαιότητα», τόνισε, επισημαίνοντας ότι οι δασμοί βλάπτουν την οικονομία και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, αλλά κυρίως τους Αμερικανούς, οι οποίοι υφίστανται το κύριο βάρος των συνεπειών. Ο κ. Κλινγκμπάιλ υπογράμμισε ότι η απάντηση της Ευρώπης είναι η οικοδόμηση νέων εμπορικών σχέσεων παγκοσμίως, η σύναψη συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών, η προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Ευρώπης.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, ζήτησε την επιστροφή των παρανόμως καταβληθέντων δασμών. Εκτίμησε ότι οι γερμανικές εταιρείες ή οι Αμερικανοί εισαγωγείς των προϊόντων τους έχουν καταβάλει τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια ευρώ παραπάνω από ό,τι θα έπρεπε. Τόνισε, μιλώντας στη Γερμανική Ραδιοφωνία, ότι η ήδη διαπραγματευθείσα συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις ΗΠΑ στερείται πλέον βάσης. «Τώρα, μετά τη δικαστική απόφαση, υπάρχει απόλυτο χάος. Θα πρέπει να συνομιλήσουμε εκ νέου με τους Αμερικανούς για το πώς θα προχωρήσουμε», δήλωσε, ανακοινώνοντας έκτακτη συνάντηση της διαπραγματευτικής ομάδας της ΕΕ με τη νομική υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Η Γερμανική Ένωση Χημικής Βιομηχανίας (VCI) προέβλεψε «νέο γύρο αβεβαιότητας», με τον διευθύνοντα σύμβουλό της, Βόλφραμ Γκρόσε Έντρουπ, να δηλώνει στο ARD ότι είναι πάντα πιθανοί νέοι δασμοί σε διαφορετική νομική βάση. «Η αναταραχή στην εμπορική πολιτική δεν εξαφανίζεται – απλώς αλλάζει το πεδίο δράσης. Όποιος πιστεύει ότι αυτό διευθετεί τη διαφορά στους δασμούς κάνει λάθος», τόνισε.
Η Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) έκανε λόγο για «σαφή απόδειξη της υπάρχουσας διάκρισης των εξουσιών στις ΗΠΑ», αλλά χαρακτήρισε «αναμενόμενη εξέλιξη» την αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων από την κυβέρνηση των ΗΠΑ για τη διατήρηση των δασμών. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιριών Χονδρεμπορίου και Εξωτερικού Εμπορίου (BGA), Ντιρκ Γιαντούρα, δήλωσε ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στέλνει ένα σημαντικό μήνυμα για τη νομική εποπτεία των εκτελεστικών μέτρων, ενώ διευκρίνισε ότι η επιστροφή των καταβληθέντων δασμών είναι εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία και δεν αναμένεται να συμβεί άμεσα.
Νωρίτερα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε μέσω του Truth Social την αύξηση του νέου παγκόσμιου δασμού στα εισαγόμενα προϊόντα στο 15%, ο οποίος επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 24 Φεβρουαρίου. Με το διάταγμα που υπέγραψε, μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Αμερικανός πρόεδρος έθεσε έναν νέο, προσωρινό, «παγκόσμιο δασμό» ύψους 10%. «Ως πρόεδρος των ΗΠΑ, θα αυξήσω, με άμεση ισχύ, τον παγκόσμιο δασμό του 10% (…) στο ανώτατο επιτρεπόμενο επίπεδο (…) του 15%», ανέφερε στην ανάρτησή του.
