Φορολόγηση ενοικίων: Νέες παρεμβάσεις στο τραπέζι για το 2027
Στοχευμένες αλλαγές στη φορολογία των μισθωμάτων εξετάζει η κυβέρνηση, με στόχο τη δημοσιονομική σταθερότητα, την αύξηση των δηλωμένων εσόδων και την ανακούφιση ιδιοκτητών και ενοικιαστών.
Η συζήτηση για τη φορολόγηση των ενοικίων επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, όχι πλέον ως μια απλή φορολογική λεπτομέρεια, αλλά ως ένας κρίσιμος παράγοντας που επηρεάζει τη λειτουργία ολόκληρης της αγοράς κατοικίας. Με τις τιμές των ακινήτων να παραμένουν σταθερά υψηλές και την πίεση για εξεύρεση στέγης να μην υποχωρεί, το κράτος αναζητά αποτελεσματικούς τρόπους για να αποκαταστήσει την ισορροπία. Πληροφορίες αναφέρουν ότι η κυβέρνηση, με ορίζοντα τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του Σεπτεμβρίου 2026, επεξεργάζεται έναν νέο κύκλο φορολογικών παρεμβάσεων στα μισθώματα, με στόχο την εφαρμογή τους το 2027. Οι παρεμβάσεις αυτές θα επικεντρωθούν σε τρεις βασικούς άξονες: την ενίσχυση της δημοσιονομικής σταθερότητας, την αύξηση των δηλωμένων εσόδων από ενοίκια και την παροχή ουσιαστικής ανακούφισης τόσο σε ιδιοκτήτες όσο και σε ενοικιαστές.
Η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των ενοικίων εξετάζεται ως βασικό εργαλείο για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης. Η κεντρική εκτίμηση είναι ότι η θέσπιση χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών θα λειτουργήσει ως ισχυρό κίνητρο για τους ιδιοκτήτες, προκειμένου να δηλώνουν το πραγματικό ύψος των μισθωμάτων που εισπράττουν. Παράλληλα, υπάρχει στόχος για την ενεργοποίηση χιλιάδων κλειστών ακινήτων, τα οποία παραμένουν ανεκμετάλλευτα είτε λόγω του υψηλού φορολογικού κόστους είτε λόγω της αβεβαιότητας. Η επιστροφή αυτών των ακινήτων στην ενεργό αγορά αναμένεται να αυξήσει την προσφορά κατοικιών, λειτουργώντας ως ανάχωμα στην περαιτέρω αύξηση των τιμών. Επιπλέον, η αύξηση των δηλωμένων εσόδων από ενοίκια αναμένεται να έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη, καθώς περισσότερα επίσημα έσοδα θα επιτρέψουν την επένδυση στη συντήρηση, την ανακαίνιση και την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η ενίσχυση της προσφοράς μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην σταθεροποίηση της αγοράς, περιορίζοντας τις ακραίες αυξήσεις και δημιουργώντας πιο προβλέψιμες συνθήκες για όλους τους εμπλεκόμενους.
Οι προτεινόμενες αλλαγές στη φορολογία ενοικίων εντάσσονται σε έναν ευρύτερο, πολυετή δημοσιονομικό σχεδιασμό, ο οποίος συνδέεται άμεσα με την πορεία της ελληνικής οικονομίας και την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων. Κάθε παρέμβαση θα είναι προσεκτικά κοστολογημένη, με πρωταρχικό στόχο τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Η κυβέρνηση επιδιώκει να συνδυάσει την όποια φορολογική ελάφρυνση με την κοινωνική δικαιοσύνη, αποφεύγοντας τη λήψη μέτρων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέες ανισορροπίες στην αγορά. Κομβικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική αναμένεται να διαδραματίσει το επίδομα ενοικίου, το οποίο μπορεί να φτάσει έως τα 800 ευρώ. Το ύψος του επιδόματος συνδέεται άμεσα με το δηλωθέν μίσθωμα, αποτελώντας ένα επιπλέον κίνητρο για τη δήλωση των πραγματικών ποσών. Μέσω αυτού του μηχανισμού, το κράτος φιλοδοξεί να περιορίσει φαινόμενα απόκρυψης εισοδημάτων και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη μεταξύ φορολογούμενων και φορολογικής διοίκησης.
Ένα από τα καθοριστικά εργαλεία της νέας αυτής πολιτικής αναμένεται να είναι το Μητρώο Ακινήτων. Για πρώτη φορά, προωθείται η δημιουργία μιας ενιαίας βάσης δεδομένων που θα καταγράφει το σύνολο των ακινήτων της χώρας, περιλαμβάνοντας στοιχεία για τον ιδιοκτήτη, τη χρήση, τα τετραγωνικά μέτρα και την κατάσταση κατοίκησης. Η βάση αυτή θα διασταυρώνεται διαρκώς με φορολογικές δηλώσεις, στοιχεία κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, δημοτικά τέλη, καθώς και πληροφορίες για τις μισθώσεις. Μέσα από αυτές τις διασταυρώσεις, θα είναι δυνατός ο εντοπισμός αδρανών ή κλειστών ακινήτων, διευκολύνοντας την επανένταξή τους στην αγορά και ενισχύοντας τη συνολική διαφάνεια.
