Ενημέρωση με ένα κλικ

Παράταση νυχτερινής νηστείας: Νέος δρόμος για καρδιομεταβολική υγεία

Η απλή αλλαγή της ώρας του τελευταίου γεύματος μπορεί να ωφελήσει την καρδιά και τον μεταβολισμό, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Η διαλειμματική νηστεία και τα διάφορα μοντέλα χρονικά περιορισμένης σίτισης κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος, καθώς πολλοί αναζητούν απλές και εφαρμόσιμες παρεμβάσεις για τη βελτίωση της καρδιομεταβολικής υγείας, αποφεύγοντας πολύπλοκες δίαιτες ή εξαντλητικά προγράμματα. Μια πρόσφατη επιστημονική μελέτη, δημοσιευμένη στο περιοδικό “Arteriosclerosis, Thrombosis, and Vascular Biology”, προτείνει μια καινοτόμο προσέγγιση: την παράταση της νυχτερινής νηστείας, ευθυγραμμίζοντάς την με τον κύκλο του ύπνου.

Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε υπέρβαρους και παχύσαρκους ενήλικες ηλικίας 36 έως 75 ετών, διερεύνησε εάν η επιμήκυνση της νυχτερινής νηστείας κατά τρεις επιπλέον ώρες, με το τελευταίο γεύμα να καταναλώνεται τουλάχιστον τρεις ώρες πριν τον ύπνο, μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση βασικών δεικτών καρδιομεταβολικής λειτουργίας. Σε αντίθεση με άλλα πρωτόκολλα διαλειμματικής νηστείας, που συχνά επιβάλλουν αυστηρά χρονικά «παράθυρα» σίτισης ή αφήνουν στους συμμετέχοντες την ελευθερία επιλογής ωραρίου χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο ύπνος, η παρούσα προσέγγιση εστιάζει στη βιολογική σημασία της νύχτας ως περιόδου αποκατάστασης και μεταβολικής ρύθμισης. Αυτή τη νέα οπτική παρουσίασαν η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου.

Στη μελέτη συμμετείχαν 39 άτομα, τα οποία χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες. Η ομάδα παρέμβασης υιοθέτησε ένα πρόγραμμα παρατεταμένης νυχτερινής νηστείας διάρκειας 13 έως 16 ωρών, ενώ η ομάδα ελέγχου διατήρησε τις συνήθεις διατροφικές της συνήθειες με νυχτερινή νηστεία 11 έως 13 ωρών. Και οι δύο ομάδες ακολούθησαν την επιπλέον σύσταση να χαμηλώνουν τα φώτα τρεις ώρες πριν τον ύπνο, ενισχύοντας την προετοιμασία του οργανισμού για νυχτερινή ανάπαυση. Η παρέμβαση διήρκεσε 7,5 εβδομάδες, επαρκές διάστημα για την αξιολόγηση μεταβολικών και καρδιαγγειακών αλλαγών.

Ένας από τους κύριους δείκτες που μελετήθηκαν ήταν η «νυχτερινή πτώση» της αρτηριακής πίεσης, η φυσιολογική μείωση της πίεσης κατά τη διάρκεια του ύπνου, η οποία θεωρείται ένδειξη καλής καρδιαγγειακής ρύθμισης και σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων. Η ομάδα που εφάρμοσε την παρατεταμένη νυχτερινή νηστεία παρουσίασε σημαντική βελτίωση στη νυχτερινή πτώση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.

Επιπλέον, καταγράφηκαν θετικές αλλαγές στη λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τα άτομα που εφάρμοσαν την παρατεταμένη νηστεία παρουσίασαν χαμηλότερο νυχτερινό καρδιακό ρυθμό και αυξημένη μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού, δείκτης καλύτερης ισορροπίας μεταξύ συμπαθητικού και παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Παράλληλα, τα επίπεδα κορτιζόλης τη νύχτα ήταν χαμηλότερα, υποδεικνύοντας μειωμένο βιολογικό στρες και πιο αποτελεσματική νυχτερινή αποκατάσταση.

Σε ό,τι αφορά τον μεταβολισμό της γλυκόζης, αν και δεν παρατηρήθηκε σημαντική βελτίωση στον δείκτη ευαισθησίας στην ινσουλίνη (Matsuda Index), σημειώθηκαν ουσιαστικές βελτιώσεις σε άλλες παραμέτρους. Κατά τη δοκιμασία ανοχής γλυκόζης, οι συμμετέχοντες της ομάδας παρέμβασης εμφάνισαν χαμηλότερα επίπεδα γλυκόζης και βελτιωμένη πρώιμη απόκριση ινσουλίνης, με αυξημένο 30λεπτο ινσουλινογενή δείκτη. Αυτό σημαίνει ότι ο οργανισμός τους ανταποκρινόταν πιο αποτελεσματικά στην αύξηση της γλυκόζης μετά την κατανάλωση τροφής.

Η σημασία των ευρημάτων αυτών έγκειται στο γεγονός ότι η παρέμβαση δεν βασίστηκε σε δραστικές αλλαγές διατροφής ή αυστηρούς περιορισμούς θερμίδων. Αντιθέτως, επικεντρώθηκε στον συγχρονισμό της πρόσληψης τροφής με τον κιρκαδικό ρυθμό και τον ύπνο. Ο ανθρώπινος οργανισμός λειτουργεί βάσει ενός εσωτερικού βιολογικού ρολογιού που ρυθμίζει τον ύπνο, τις ορμόνες, τη θερμοκρασία σώματος και τον μεταβολισμό. Η κατανάλωση τροφής αργά το βράδυ μπορεί να διαταράξει αυτή την ισορροπία, επηρεάζοντας αρνητικά την καρδιομεταβολική υγεία.

Η αποφυγή γευμάτων τις τρεις τελευταίες ώρες πριν τον ύπνο φαίνεται να επιτρέπει στο σώμα να μεταβαίνει ομαλά στη «νυχτερινή λειτουργία», όπου κυριαρχούν μηχανισμοί επιδιόρθωσης, αποκατάστασης και ρύθμισης της αρτηριακής πίεσης και του σακχάρου. Η απλή μετατόπιση του τελευταίου γεύματος νωρίτερα εντός της ημέρας μπορεί να προσφέρει ουσιαστικά οφέλη για την καρδιά και τον μεταβολισμό.

Επιπλέον, η βιωσιμότητα της παρέμβασης είναι αξιοσημείωτη. Σε αντίθεση με αυστηρά σχήματα διαλειμματικής νηστείας, η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι πιο ευέλικτη και εξατομικευμένη. Προσαρμόζεται στον συνήθη χρόνο ύπνου του ατόμου και απαιτεί ουσιαστικά μία βασική αλλαγή: να ολοκληρώνεται το τελευταίο γεύμα τουλάχιστον τρεις ώρες πριν την κατάκλιση.

Συμπερασματικά, η βελτίωση της καρδιομεταβολικής υγείας δεν απαιτεί απαραίτητα περίπλοκες στρατηγικές. Η προσεκτική ευθυγράμμιση των γευμάτων με τον φυσικό κύκλο ύπνου-αφύπνισης μπορεί να ενισχύσει τη φυσιολογική ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, του καρδιακού ρυθμού και του μεταβολισμού της γλυκόζης. Ωστόσο, κάθε αλλαγή στον τρόπο ζωής θα πρέπει να γίνεται με καθοδήγηση επαγγελματία υγείας, ιδίως για άτομα με χρόνιες παθήσεις ή φαρμακευτική αγωγή, επισημαίνουν οι επιστήμονες του ΕΚΠΑ.

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com