Εξετάζουν νέα πλήγματα κατά του Ιράν μετά τις αμερικανικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου
Στρατιωτική κλιμάκωση «προ των πυλών» σύμφωνα με αναλυτές, καθώς η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ ενισχύουν τις δυνάμεις τους στη Μέση Ανατολή.
Το ενδεχόμενο νέων βομβαρδισμών μεγάλης κλίμακας εναντίον του Ιράν, αμέσως μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες της 3ης Νοεμβρίου, βρίσκεται στο επίκεντρο των αναλύσεων στην Ουάσιγκτον. Η ενίσχυση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, σε συνδυασμό με τις κινήσεις του Ισραήλ, ερμηνεύονται από τους ειδικούς ως σαφείς ενδείξεις προετοιμασίας για νέα επιχείρηση. Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι καμία πλευρά δεν διαθέτει στρατιωτική επιλογή ικανή να δώσει οριστικό τέλος στη σύγκρουση.
Η Σούζαν Μαλόνι, ερευνήτρια του ινστιτούτου Brookings, θεωρεί εξαιρετικά πιθανό ένα νέο κύμα επιθέσεων αμέσως μετά την κάλπη. Όπως επισημαίνει, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αποφύγει τη στρατιωτική κλιμάκωση πριν από τις εκλογές για να μην επηρεαστεί αρνητικά από την αύξηση των τιμών της ενέργειας που προκαλεί ο πόλεμος, ο οποίος ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Παράλληλα, ο Τζέισον Κάμπελ του Middle East Institute τονίζει ότι η άφιξη του αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt και η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ στο Ισραήλ αποτελούν «αδιάψευστες ενδείξεις» επερχόμενης δράσης.
Παρά τις προετοιμασίες, ο προβληματισμός παραμένει έντονος. Ο Κάμπελ υπογραμμίζει πως το «αδιέξοδο» παραμένει, καθώς οι ζημιές στις αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή καθιστούν αδύνατη μια χερσαία εισβολή, ενώ οι προηγούμενοι βομβαρδισμοί έχουν ήδη πλήξει τους κυριότερους στρατιωτικούς στόχους, αφήνοντας ως μοναδική επιλογή πλήγματα σε πολιτικές εγκαταστάσεις. Τόσο η Μαλόνι όσο και ο Κάμπελ καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια νέα κλιμάκωση, ακόμη και αντίστοιχης έντασης με τις πρώτες 50 ημέρες του πολέμου, είναι απίθανο να κάμψει τη στρατηγική της Τεχεράνης, η οποία έχει δείξει ικανότητα να αντέχει τις μεγάλες ζημιές.