Υπογραφές για τις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ αναμένονται εντός των επόμενων ημερών
Οι δηλώσεις της Μόσχας για τη συμφωνία Πούτιν - Τραμπ και η προοπτική παράδοσης έως 3,5 εκατομμυρίων τόνων καυσίμων στην παγκόσμια αγορά.
Στο τελικό στάδιο των διαδικασιών βρίσκονται οι εξαγωγές ρωσικού ντίζελ στις αγορές, με τη Μόσχα να ανακοινώνει ότι οι πρώτες συμβάσεις αναμένεται να υπογραφούν «μέσα στις επόμενες ημέρες». Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα της συμφωνίας που ανακοινώθηκε την περασμένη εβδομάδα μεταξύ των προέδρων Βλαντιμίρ Πούτιν και Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με τον Κίριλ Ντμίτριεφ, σύμβουλο του Κρεμλίνου για τη διεθνή οικονομική συνεργασία, η επικοινωνία με την αμερικανική πλευρά είναι διαρκής, με τις δύο πλευρές να εργάζονται εντατικά για την επίλυση των υλικοτεχνικών ζητημάτων. Την επιβεβαίωση παρείχε και ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Ρωσίας, Αλεξάντερ Νόβακ, σημειώνοντας ότι η προετοιμασία των συμβάσεων προχωρά σε επίπεδο υπουργείων και εταιρειών. Όπως διευκρίνισε ο κ. Νόβακ, οι παραδόσεις θα διοχετευθούν στις παγκόσμιες αγορές, συμπεριλαμβανομένων απευθείας των ΗΠΑ, ενώ ο στόχος είναι η αποκατάσταση του όγκου προμηθειών στα 3 έως 3,5 εκατομμύρια τόνους, επίπεδο που ίσχυε πριν από την επιβολή των δυτικών κυρώσεων.
Η κίνηση αυτή, σύμφωνα με τη Μόσχα, αποσκοπεί στη συγκράτηση των τιμών ενέργειας, οι οποίες έχουν σημειώσει ραγδαία άνοδο λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, η συμφωνία ενισχύει τα φορολογικά έσοδα του ρωσικού προϋπολογισμού, ο οποίος επωμίζεται το βάρος των υψηλών στρατιωτικών δαπανών που απαιτούνται για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η συμφωνία έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι και Ευρωπαίους αξιωματούχους να εκφράζουν την αποδοκιμασία τους, ενώ επικρίσεις έχουν διατυπωθεί και από Αμερικανούς γερουσιαστές και από τα δύο μεγάλα κόμματα των ΗΠΑ. Ο Ντόναλντ Τραμπ υπεραμύνθηκε της απόφασής του, χαρακτηρίζοντάς την ως την ορθή επιλογή για τον αμερικανικό λαό, ενώ η κυβέρνησή του απάντησε στις επικρίσεις καταγγέλλοντας την «υποκρισία» των ευρωπαϊκών χωρών που συνεχίζουν τις εισαγωγές ρωσικών υδρογονανθράκων από το 2022.