Στη Σουηδία υποχωρεί για πρώτη φορά έπειτα από 15 χρόνια η ακροδεξιά
Οι Δημοκράτες της Σουηδίας καταγράφουν πτώση στις κάλπες, ενώ τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κόμματα υιοθετούν πιο σκληρή στάση στο μεταναστευτικό.
Σε έναν κόσμο όπου η άνοδος της ακροδεξιάς αποτελεί σχεδόν καθεστώς, η Σουηδία διαφοροποιείται εντυπωσιακά από την υπόλοιπη ευρωπαϊκή ήπειρο. Για πρώτη φορά μετά από 15 ολόκληρα χρόνια, η ακροδεξιά δύναμη της χώρας καταγράφει υποχώρηση, ανατρέποντας τα μέχρι τώρα δεδομένα.
Αν και η καταμέτρηση των ψήφων από τις βουλευτικές εκλογές της Κυριακής βρίσκεται σε εξέλιξη, η πορεία των «Δημοκρατών της Σουηδίας» (SD) αποτελεί την έκπληξη της εκλογικής βραδιάς. Για πρώτη φορά από το 2010, όταν και εισήλθαν στο κοινοβούλιο, το ποσοστό τους σημειώνει πτώση, υποχωρώντας από το 20,5% του 2022 στο 17,6%. Η απώλεια αυτή των τριών μονάδων τους κόστισε τη δεύτερη θέση, την οποία παραχώρησαν στους μετριοπαθείς της δεξιάς του απερχόμενου πρωθυπουργού, Ουλφ Κρίστερσον. Ο ηγέτης του κόμματος, Τζίμι Άκεσον, παραδέχθηκε δημόσια την εκλογική τους κάμψη το βράδυ της Κυριακής.
Το αποτέλεσμα προκαλεί αίσθηση, αν αναλογιστεί κανείς πως στην υπόλοιπη Ευρώπη –από την Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι μέχρι τη Γερμανία με την AfD και το Ηνωμένο Βασίλειο με τον Νάιτζελ Φάρατζ– η εθνικιστική δεξιά συνεχίζει να κερδίζει έδαφος. Πώς εξηγείται, λοιπόν, το σουηδικό φαινόμενο;
Σύμφωνα με τον Άντερς Σάνερστεντ, καθηγητή πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Λουντ, η απάντηση κρύβεται στην πολιτική μετατόπιση των παραδοσιακών κομμάτων. «Παλαιότερα, πολλοί ψήφιζαν τους Σουηδούς Δημοκράτες αποκλειστικά για τη μεταναστευτική τους πολιτική», εξηγεί ο ίδιος. Ωστόσο, μετά το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα του 2015, το πολιτικό σκηνικό άλλαξε. Ακόμη και οι Σοσιαλδημοκράτες υιοθέτησαν πλέον πιο αυστηρή στάση απέναντι στην παράτυπη μετανάστευση, ευθυγραμμιζόμενοι με το αίσθημα της κοινής γνώμης.
Ο Ουλφ Κρίστερσον έθεσε το ζήτημα αυτό στο επίκεντρο της διακυβέρνησής του, «αποστρατεύοντας» ουσιαστικά το κύριο όπλο της ακροδεξιάς. Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Λουντ, Ανίκα Φρέντεν, συμπληρώνει πως το κόμμα δεν κατάφερε να αποκτήσει ερείσματα σε άλλα θεματικά πεδία. Παράλληλα, ο Άντερς Σουχόνεν, επικεφαλής του ινστιτούτου Katalys, υπενθυμίζει τη βαθιά ιστορική σχέση των Σουηδών με τους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι υπήρξαν οι αρχιτέκτονες του κοινωνικού κράτους, προσφέροντας μια σταθερή διέξοδο στους ψηφοφόρους.
