Οι ΗΠΑ συνεχίζουν τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν παρά τη στρατιωτική κλιμάκωση στον Κόλπο
Η Ουάσινγκτον εξαπολύει πυρά σε πάνω από 80 στόχους και ασκεί οικονομική πίεση, διατηρώντας ωστόσο ανοιχτούς τους διπλωματικούς διαύλους.
Η Ουάσινγκτον επιβεβαίωσε την προσήλωσή της στη διπλωματική οδό, παρά την έντονη στρατιωτική κλιμάκωση που σημειώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν. Παρά το γεγονός ότι οι δύο πλευρές αντάλλαξαν ισχυρά πλήγματα, η αμερικανική κυβέρνηση διαμηνύει ότι οι διαπραγματεύσεις για την επίτευξη μιας τελικής συμφωνίας θα συνεχιστούν.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, Αμερικανός αξιωματούχος διευκρίνισε ότι η στρατιωτική πίεση δεν αποτελεί εναλλακτική της πολιτικής λύσης, αλλά ένα εργαλείο για την επίσπευση των συνομιλιών. Η δήλωση αυτή ακολούθησε την ανακοίνωση της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM) σχετικά με την ολοκλήρωση επιχείρησης κατά της Τεχεράνης. Κατά τη διάρκεια των πληγμάτων, καταστράφηκαν περισσότερες από 80 εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων αεράμυνας, δικτύων ελέγχου, ραντάρ και πλατφορμών αντιπλοϊκών πυραύλων, ενώ στοχοποιήθηκαν και πάνω από 60 ταχύπλοα των Φρουρών της Επανάστασης στα Στενά του Ορμούζ.
Η ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω μετά την απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ να ανακαλέσει την άδεια εξαγωγής πετρελαίου για το Ιράν έως τον Αύγουστο, συνδέοντας το μέτρο με επιθέσεις κατά τριών εμπορικών πλοίων, μεταξύ των οποίων και ένα καταριανό δεξαμενόπλοιο υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη κάνει λόγο για «κραυγαλέα επιθετικότητα» και κατηγορεί τις ΗΠΑ για κατάφωρη παραβίαση του μνημονίου συνεννόησης. Το Υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν υποστήριξε ότι η στρατιωτική δράση των ΗΠΑ και η ακύρωση των πετρελαϊκών αδειών καθιστούν ανενεργά θεμελιώδη τμήματα της συμφωνίας-πλαισίου, επιρρίπτοντας στην Ουάσινγκτον την ευθύνη για τις επικίνδυνες συνέπειες στην ευρύτερη περιοχή.