Οι γεωπολιτικές συνέπειες της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και οι χαμένοι του πολέμου
Η ανάλυση της κατάστασης που διαμορφώνεται μετά την εμπλοκή των ΗΠΑ και του Ιράν, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και οι απρόβλεπτοι κερδισμένοι της κρίσης.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, την οποία ξεκίνησε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με υποσχέσεις για ταχεία και αποφασιστική επικράτηση, έχει βυθίσει την περιοχή σε μια κατάσταση παρατεταμένης αβεβαιότητας. Παρά τη δήλωση του Τραμπ δέκα ημέρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών ότι οι ΗΠΑ είχαν ήδη πετύχει τους στόχους τους, η πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει ζοφερή. Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, οι στρατηγικές νίκες της Ουάσινγκτον είναι ελάχιστες, ενώ το οριστικό τέλος των συγκρούσεων δεν διαφαίνεται, καθιστώντας αβέβαιο το μέλλον της περιοχής.
Όπως επισημαίνει η Μελανί Σίσσον από το Brookings Institute, οι «πραγματικοί νικητές» απουσιάζουν, με τις χώρες να προσπαθούν απλώς να διαχειριστούν τις επώδυνες συνέπειες. Ο ιρανικός λαός βιώνει μια ανθρωπιστική καταστροφή, καθώς οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ έχουν στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 3.600 ανθρώπους, εκ των οποίων οι 1.700 είναι άμαχοι. Παράλληλα, το καθεστώς υπό τον Ανώτατο Ηγέτη Μοτζταμπά Χαμενεΐ έχει εντείνει την εσωτερική καταστολή, με χιλιάδες θύματα διαδηλώσεων και εκατοντάδες εκτελέσεις από την αρχή του έτους, ενώ η χώρα παραμένει αποκομμένη από το παγκόσμιο διαδίκτυο.
Η σύγκρουση έχει επεκταθεί καταστροφικά και στον Λίβανο, όπου η κατάρρευση της εκεχειρίας μετά τη δολοφονία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ οδήγησε σε χερσαίες επεμβάσεις και αεροπορικούς βομβαρδισμούς με πάνω από 2.500 νεκρούς. Την ίδια στιγμή, οι χώρες του Κόλπου βλέπουν τη σταθερότητά τους να κλονίζεται, καθώς το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ πλήττει τις εξαγωγές ενέργειας χωρών όπως το Ιράκ, το Κατάρ και το Κουβέιτ.
Στο επίπεδο της παγκόσμιας οικονομίας, η κρίση προκαλεί πληθωριστικές πιέσεις και αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις για την ανάπτυξη, προειδοποιώντας ότι οι φτωχότερες χώρες θα υποστούν το μεγαλύτερο βάρος, λόγω της ακρίβειας στα τρόφιμα και τα λιπάσματα. Ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει τη φθορά της δημοτικότητάς του στις ΗΠΑ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει στρατιωτικά τη σύγκρουση ενόψει εκλογών, η Κίνα, οι μεγάλες εταιρείες ορυκτών καυσίμων και η πολεμική βιομηχανία φαίνεται να αναδεικνύονται ως οι κύριοι ωφελημένοι της τρέχουσας γεωπολιτικής αναταραχής.