Εξέταση αίματος ανιχνεύει πολλαπλούς τύπους καρκίνου σε μελέτη 142.250 ατόμων
Τι αναφέρουν οι ειδικοί του ΕΚΠΑ για τη νέα τεχνολογία ανίχνευσης κυκλοφορούντος DNA που υπόσχεται πρωιμότερη διάγνωση της νόσου.
Η έγκαιρη διάγνωση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του καρκίνου. Η ανίχνευση της νόσου πριν από την εμφάνιση συμπτωμάτων μπορεί να διευρύνει τις θεραπευτικές επιλογές και να αυξήσει τις πιθανότητες ίασης. Ωστόσο, τα καθιερωμένα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου καλύπτουν περιορισμένο αριθμό κακοηθειών, αφήνοντας πολλούς τύπους καρκίνου χωρίς διαθέσιμες μεθόδους έγκαιρης ανίχνευσης στον γενικό πληθυσμό.
Γιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, η δρ. Μαρία Καπαρέλου και ο καθηγητής Θάνος Δημόπουλος, αναφέρουν ότι μία νέα προσέγγιση επιχειρεί να αλλάξει αυτήν την πραγματικότητα. Πρόκειται για εξετάσεις αίματος που ανιχνεύουν ταυτόχρονα πολλαπλούς τύπους καρκίνου, γνωστές ως Multicancer Early Detection.
Σημαντικά δεδομένα για την κλινική αξία αυτής της τεχνολογίας προκύπτουν από τη μελέτη NHS-Galleri, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine. Πρόκειται για μία μεγάλη, τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Αγγλία, με τη συμμετοχή 142.250 ατόμων ηλικίας 50 έως 77 ετών. Η εξέταση βασίζεται στην ανάλυση του κυκλοφορούντος ελεύθερου DNA, αναγνωρίζοντας πρότυπα μεθυλίωσης που σχετίζονται με την παρουσία καρκίνου.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, στην ομάδα της εξέτασης καταγράφηκαν περισσότερες διαγνώσεις καρκίνου σε πρώιμα στάδια (Ι ή ΙΙ), ενώ οι διαγνώσεις σε μεταστατικό στάδιο IV μειώθηκαν κατά 14%. Παράλληλα, οι διαγνώσεις καρκίνου έπειτα από επείγουσα προσέλευση στο νοσοκομείο ήταν μειωμένες κατά 21,3%. Μεταξύ των συμμετεχόντων με θετικό αποτέλεσμα, το 52% διαγνώστηκε τελικά με καρκίνο, με την εξέταση να προβλέπει σωστά το όργανο προέλευσης στο 87% των περιπτώσεων.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι, παρόλο που η μελέτη αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς τη μοριακή ανίχνευση, απαιτείται περαιτέρω επιστημονική τεκμηρίωση για να διαπιστωθεί εάν οι διαφορές αυτές μεταφράζονται σε ουσιαστική μείωση της θνησιμότητας πριν από την ευρεία εφαρμογή της μεθόδου.