Θεσσαλονίκη: «Απαίσια εικόνα» στην ιδιωτική κλινική καταγγέλλει η αντιπρόεδρος του Συλλόγου Καρκινοπαθών
Η κ. Γεωργιάδου μιλά για τις μαρτυρίες ασθενών, το κρίσιμο ερώτημα για τις καθυστερημένες καταγγελίες και την ανάγκη για ασφαλείς υποδομές ογκολογικής φροντίδας.
Σοβαρά ερωτήματα για την υπόθεση της ιδιωτικής κλινικής στη Θεσσαλονίκη έθεσε η αντιπρόεδρος του Συλλόγου Καρκινοπαθών Μακεδονίας και Θράκης, κ. Γεωργιάδου, μεταφέροντας μαρτυρίες ασθενών που είχαν απευθυνθεί στη συγκεκριμένη δομή. Μιλώντας στην εκπομπή «Χωρίς Φίλτρο», η κ. Γεωργιάδου υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη οι ασθενείς και οι οικογένειές τους να προχωρούν σε έγκαιρες καταγγελίες, ώστε οι αρμόδιοι φορείς να παρεμβαίνουν άμεσα.
Όπως διευκρίνισε, ο Σύλλογος δεν είχε επίσημες καταγγελίες μελών του, ωστόσο εθελόντρια της οργάνωσης περιέγραψε την εμπειρία του αδελφού της. Ο ασθενής, έχοντας διαγνωστεί με καρκίνο, είχε επισκεφθεί γιατρό της κλινικής καταβάλλοντας 70 ευρώ για την επίσκεψη, αλλά απεβίωσε προτού ξεκινήσει η προγραμματισμένη θεραπεία του. Παράλληλα, μεταφέρθηκε η μαρτυρία μιας άλλης γυναίκας, η οποία περιέγραψε ως «απαίσια» την κατάσταση στη συγκεκριμένη κλινική, τονίζοντας πως δεν ήθελε ούτε να περνά απέξω.
Η κ. Γεωργιάδου αναρωτήθηκε με νόημα γιατί δεν υπήρξαν νωρίτερα αντιδράσεις, ενώ στάθηκε στο κρίσιμο ζήτημα της ασφάλειας των ογκολογικών ασθενών, ειδικά από τη στιγμή που η κλινική βρισκόταν δίπλα στο Θεαγένειο Νοσοκομείο. «Αν θα πάθαινα κάτι, τι θα γινόταν;», διερωτήθηκε, εξηγώντας πως μια θεραπεία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις που απαιτούν άμεση νοσοκομειακή υποστήριξη.
Περιγράφοντας το ψυχολογικό βάρος της διάγνωσης, η αντιπρόεδρος τόνισε πως οι ασθενείς συχνά αναζητούν εναγωνίως λύσεις. Αν και αναγνωρίζει τα προβλήματα του δημόσιου συστήματος, κυρίως λόγω της έλλειψης προσωπικού, προτείνει το Θεαγένειο ως σημείο αναφοράς για όσους εμπιστεύονται το σύστημα υγείας. Τέλος, έθεσε επιτακτικά το ζήτημα της δημιουργίας ξενώνων για τους ασθενείς που καταφθάνουν στη Θεσσαλονίκη για ακτινοθεραπείες, επισημαίνοντας την ανάγκη για ουσιαστική μέριμνα προς τους ανθρώπους που δεν έχουν πού να μείνουν.
