Πολιτική θύελλα μετά την επίθεση στη Θεσσαλονίκη: Ανταλλαγή πυρών για την ανοχή στη βία
Σφοδρή αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης με αιχμές για εργαλειοποίηση του εγκλήματος και καλλιέργεια διχαστικού κλίματος.
Σε κλίμα έντονης πόλωσης κινείται το πολιτικό σκηνικό, με επίκεντρο την πολιτική αντιπαράθεση για την ανοχή στη βία, μετά τη δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη. Κυβερνητικά στελέχη στρέφουν τα βέλη τους κατά του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, καταλογίζοντάς του ότι επί χρόνια επέδειξε πολιτική ανοχή στον χώρο των αντιεξουσιαστών.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης προχώρησε σε σκληρή κριτική, κάνοντας λόγο για μια «ομπρέλα πολιτικής προστασίας» που προσφέρεται σε εγκληματικές πράξεις. Όπως τόνισε, η ρητορική που βαφτίζει «ακτιβισμό» τις καταλήψεις σε πανεπιστήμια και η αντίδραση της προηγούμενης διακυβέρνησης σε μέτρα αυστηροποίησης του Ποινικού Κώδικα –ακόμα και για τη χρήση μολότοφ– συνέβαλαν στη δημιουργία αυτού του περιβάλλοντος. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης υπογράμμισε ότι ο Αλέξης Τσίπρας στάθηκε εμπόδιο σε νομοθετικές πρωτοβουλίες κατά της αποφυλάκισης τρομοκρατών, επισημαίνοντας ότι η εν λόγω στάση «κανονικοποιεί ένα καθεστώς ανοχής στην τρομοκρατία».
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, οι αντιδράσεις είναι άμεσες και έντονες. Ο Νίκος Νιφούδης, εκ μέρους της αντιπολίτευσης, απέρριψε τις αιτιάσεις, κατηγορώντας τη Νέα Δημοκρατία για εργαλειοποίηση της τραγωδίας και απόπειρα φανατισμού του δεξιού ακροατηρίου. Παράλληλα, ο Χρήστος Γιαννούλης από τον ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι οπισθοδρομεί τον δημόσιο διάλογο, ενώ ο Νίκος Καραθανασόπουλος από το ΚΚΕ χαρακτήρισε τις κινήσεις αυτές «προβοκατόρικες».
Στην ίδια κατεύθυνση, ο Κυριάκος Βελόπουλος από την Ελληνική Λύση κατήγγειλε τη δημιουργία «εμφυλιοπολεμικού κλίματος» εκ μέρους της κυβέρνησης, ενώ η Ζωή Κωνσταντοπούλου από την Πλεύση Ελευθερίας έκανε λόγο για μια «προβοκάτσια» που εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κυβερνώντος κόμματος. Η κατάσταση παραμένει τεταμένη, με τη συζήτηση για τα όρια της δημόσιας ρητορικής και της πολιτικής ευθύνης να κυριαρχεί στην ατζέντα.