Τέλος εποχής για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου: Η ΔΕΗ βάζει «λουκέτο» μετά από 42 χρόνια
Ο εμβληματικός λιγνιτικός σταθμός περνά σε καθεστώς ψυχρής εφεδρείας έως τον Μάρτιο του 2027, ενώ κορυφώνεται η αγωνία στη Δυτική Μακεδονία για τις θέσεις εργασίας και την τηλεθέρμανση.
Μια ολόκληρη εποχή για την ενεργειακή ιστορία της χώρας ολοκληρώνεται, καθώς ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, ο ιστορικότερος και μεγαλύτερος λιγνιτικός σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ετοιμάζεται για το οριστικό του κλείσιμο. Στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής απολιγνιτοποίησης, η ΔΕΗ δρομολογεί τον τερματισμό της λειτουργίας του, κλείνοντας έναν κύκλο 42 ετών που καθόρισε την οικονομική και κοινωνική ζωή της Δυτικής Μακεδονίας.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, ο σταθμός δεν θα οδηγηθεί άμεσα σε αποξήλωση. Αντιθέτως, κατόπιν αιτήματος του ΑΔΜΗΕ για λόγους διασφάλισης της ενεργειακής επάρκειας, οι μονάδες θα τεθούν σε κατάσταση ψυχρής εφεδρείας έως τις 31 Μαρτίου 2027. Ο επικεφαλής της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσης, διευκρίνισε ότι η απόφαση αυτή δεν αποτελεί παράταση της παραγωγικής λειτουργίας, αλλά μια αναγκαία ασφαλιστική δικλείδα πριν από την πλήρη παύση της λιγνιτικής δραστηριότητας, που έχει προγραμματιστεί για το τέλος του 2026.
Η είδηση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην περιοχή. Συνδικάτα, όπως ο «Σπάρτακος», μαζί με τα εργατικά κέντρα Κοζάνης και Πτολεμαΐδας, ζητούν επιτακτικά ένα ολοκληρωμένο σχέδιο μετάβασης που θα διασφαλίζει τις θέσεις εργασίας. Παράλληλα, ο προβληματισμός μεταφέρεται και στο ζήτημα της τηλεθέρμανσης Κοζάνης. Καθώς το σύστημα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τη λειτουργία του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου από το 1993, οι τοπικοί φορείς απαιτούν εγγυήσεις για την απρόσκοπτη θέρμανση των κατοίκων, ενώ η ΔΕΗ εξετάζει εναλλακτικές λύσεις μέσω φυσικού αερίου και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, που ξεκίνησε τη λειτουργία της πρώτης του μονάδας το 1984, αποτέλεσε επί δεκαετίες τη «ναυαρχίδα» της ΔΕΗ με εγκατεστημένη ισχύ άνω των 1.500 MW. Η 15η Μαΐου 2026 θα μείνει στην ιστορία ως η ημερομηνία-ορόσημο που σηματοδοτεί το τέλος της λιγνιτικής κυριαρχίας, αφήνοντας πίσω της ένα μεγάλο ερωτηματικό για το αναπτυξιακό μέλλον της περιοχής.