Φούρνοι: Πώς στήνεται το «κόλπο» με τους αχυρανθρώπους και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος
Από τις εικονικές αγορές αλευριού έως τα πολύπλοκα δίκτυα franchise, η έρευνα των ελεγκτικών αρχών αποκαλύπτει πώς οι αλυσίδες αρτοποιίας μετατρέπονται σε «πλυντήρια» κεφαλαίων αμφιβόλου προέλευσης.
Οι φούρνοι και οι αλυσίδες αρτοποιίας αποτελούν έναν από τους πιο κρίσιμους, αλλά και ευάλωτους κρίκους στο σύστημα φορολογικού ελέγχου. Η καθημερινή συναλλαγή μικρής αξίας, με την αγορά ενός καφέ ή μιας τυρόπιτας, δημιουργεί το ιδανικό περιβάλλον για τη συγκάλυψη παράνομων δραστηριοτήτων. Έμπειρα στελέχη ελεγκτικών υπηρεσιών εξηγούν στο newmoney.gr ότι το «κόλπο με τους φούρνους» δεν αφορά μόνο τη φοροδιαφυγή, αλλά τη λειτουργία νόμιμων επιχειρήσεων ως κανάλια ξεπλύματος χρήματος από την παραοικονομία.
Το μοντέλο είναι απλό: το μαύρο χρήμα –από τη νύχτα, τα ναρκωτικά ή άλλες παράνομες δραστηριότητες– εισρέει στα ταμεία μιας επιχείρησης εστίασης, αναμιγνύεται με τα νόμιμα έσοδα και αποκτά «φορολογική ταυτότητα». Έτσι, κεφάλαια που δεν θα έπρεπε να εμφανίζονται πουθενά, δηλώνονται ως τζίρος, επιτρέποντας στους κατόχους τους να πραγματοποιούν αγορές ακινήτων, οχημάτων και άλλων αγαθών χωρίς να κεντρίζουν το ενδιαφέρον των αρχών.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αυτές «φουσκώνουν» τα λειτουργικά τους έξοδα μέσω πλασματικών ή υπερτιμολογημένων αγορών αλευριού, λαδιού και συντήρησης μηχανημάτων, μειώνοντας τεχνητά τα κέρδη και το ποσό του ΦΠΑ που πρέπει να αποδοθεί στο Δημόσιο. Ο έλεγχος καθίσταται εξαιρετικά δύσκολος, καθώς οι δικαιολογίες περί «φύρας» προϊόντων ή λογιστικών λαθών είναι συχνά αδύνατο να καταρριφθούν χωρίς στοχευμένες παρακολουθήσεις.
Στις μεγάλες αλυσίδες, το τοπίο γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο με τη χρήση του franchise και των «αχυρανθρώπων». Καταστήματα εμφανίζονται ως αυτόνομες επιχειρήσεις με δικούς τους διαχειριστές, ενώ στην πραγματικότητα ελέγχονται από ένα κεντρικό πρόσωπο. Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, η έρευνα για την υπόθεση «Χωριάτικο» και συναφή δίκτυα, με εκτιμώμενη ζημία για το Δημόσιο που ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια ευρώ, αποδεικνύει ότι πίσω από την πολυδιάσπαση των εταιρειών κρύβεται ένα κοινό, αδιαφανές οικονομικό οικοσύστημα.
Η ΑΑΔΕ, μέσω risk analysis, επιχειρεί πλέον να εντοπίσει τις ασυμμετρίες μεταξύ αγορών και πωλήσεων, ωστόσο η καταπολέμηση τέτοιων πρακτικών απαιτεί διαρκείς διασταυρώσεις στοιχείων και αξιοποίηση πληροφοριών, καθώς οι επιχειρηματίες συχνά χρησιμοποιούν τους εργαζόμενους ως «ασπίδα» για να αποφύγουν τις κυρώσεις.