Πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις από την άνοδο των επιτοκίων
Το ακριβότερο κόστος χρήματος επιβραδύνει τη ζήτηση για δάνεια, ενώ το επιτόκιο καταθέσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ανέβηκε στο 2,50%.
Η άνοδος των επιτοκίων δεν αποτελεί πλέον μια εξέλιξη που περιορίζεται στους κόλπους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Το υψηλότερο κόστος χρήματος μεταφέρεται πλέον στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας τις αποφάσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τη ζήτηση για νέα δάνεια, την κατανάλωση, αλλά και τον τελικό ρυθμό ανάπτυξης.
Για την Ελλάδα, η εικόνα παραμένει σύνθετη, καθώς η πιστωτική επέκταση διατηρείται ισχυρή, αλλά καλείται να προσαρμοστεί σε ένα ακριβότερο περιβάλλον. Τον Αύγουστο του 2026, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τον ιδιωτικό τομέα ανήλθε στο 7,1%, από 6,8% τον Ιούλιο. Ωστόσο, η χρηματοδότηση προς τους ιδιώτες επιβραδύνθηκε στο 2,4%, με τη μηνιαία καθαρή ροή να παρουσιάζει κάμψη 10 εκατ. ευρώ.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε μια προσπάθεια περιορισμού των πληθωριστικών πιέσεων, αύξησε τον Σεπτέμβριο τα βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50%. Αντίστοιχη κίνηση πραγματοποίησε η Federal Reserve στις ΗΠΑ, αυξάνοντας το επιτόκιο αναφοράς στο εύρος 3,75%-4%.
Το πρώτο πεδίο που δέχεται ισχυρές πιέσεις είναι η στεγαστική πίστη. Με το σύνθετο κόστος των νέων στεγαστικών δανείων στην Ευρωζώνη να διαμορφώνεται στο 3,60% τον Αύγουστο, τα νοικοκυριά με δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου βλέπουν τη δόση τους να αυξάνεται, γεγονός που οδηγεί πολλούς υποψήφιους αγοραστές να αναβάλουν τα σχέδιά τους. Παράλληλα, το κόστος για νέα επιχειρηματικά δάνεια ανέβηκε στο 3,77%, λειτουργώντας ως «φίλτρο» για νέες επενδύσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα ενισχύθηκε τον Αύγουστο κατά 9,4%, με τη μηνιαία καθαρή ροή να παραμένει θετική κατά 508 εκατ. ευρώ.
Το μεγάλο στοίχημα για την οικονομία παραμένει το πόσο καιρό θα παραμείνουν τα επιτόκια σε αυτά τα επίπεδα, καθώς η νομισματική πολιτική μετακινεί την οικονομία σε χαμηλότερη ταχύτητα, επιβάλλοντας αυστηρότερο έλεγχο κόστους και απόδοσης σε κάθε νέα οικονομική απόφαση.