Ενεργειακή κρίση: Η ακρίβεια κοστίζει 500 εκατ. ευρώ τον μήνα στα ελληνικά νοικοκυριά
Πώς οι υψηλές τιμές στα καύσιμα και το φυσικό αέριο «ροκανίζουν» το διαθέσιμο εισόδημα και δοκιμάζουν τις αντοχές του κρατικού προϋπολογισμού.
Η ενεργειακή κρίση αποκτά πλέον ένα ιδιαίτερα βαρύ οικονομικό αποτύπωμα για την Ελλάδα, με το κόστος της ακρίβειας να μετατρέπεται σε τροχοπέδη για την ανάπτυξη. Με βάση τις τρέχουσες τιμές, η πρόσθετη επιβάρυνση για τα ελληνικά νοικοκυριά εκτιμάται πως μπορεί να αγγίξει τα 500 εκατ. ευρώ μηνιαίως, καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας διαχέεται από τα καύσιμα κίνησης στη θέρμανση και τις τιμές των βασικών αγαθών.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην τσέπη του καταναλωτή. Η πίεση μεταφέρεται στις επιχειρήσεις μέσω του κόστους μεταφοράς και παραγωγής, ενώ ταυτόχρονα εξαντλεί τα περιθώρια του κρατικού προϋπολογισμού. Καθώς η χώρα καταναλώνει περίπου 3 δισ. λίτρα αμόλυβδης και 3,5 δισ. λίτρα πετρελαίου κίνησης ετησίως, η επιβάρυνση μόνο από τα καύσιμα κίνησης υπολογίζεται σε πάνω από 300 εκατ. ευρώ τον μήνα. Παρά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, όπως η επιδότηση στο diesel που έφτασε τα 15 λεπτά ανά λίτρο για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου, οι διεθνείς αναταράξεις παραμένουν ο καθοριστικός παράγοντας.
Η αγωνία κορυφώνεται ενόψει του χειμώνα, με τη διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης να ξεκινά στις 15 Οκτωβρίου. Στόχος της κυβέρνησης είναι η τιμή εκκίνησης να παραμείνει κάτω από 1,75 ευρώ το λίτρο, ενώ προαναγγέλλεται ενίσχυση του επιδόματος θέρμανσης. Στο ίδιο δύσκολο περιβάλλον βρίσκεται και το φυσικό αέριο, με την Ελλάδα να είναι ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω έλλειψης υπόγειων αποθηκών, βασιζόμενη στις εισαγωγές και στον σταθμό της Ρεβυθούσας.
Αν και το κράτος ενισχύει τα έσοδά του μέσω του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης από τα πετρελαιοειδή —τα οποία εκτιμώνται σε περίπου 6,5 δισ. ευρώ ετησίως—, η δημοσιονομική ισορροπία παραμένει εύθραυστη. Οι παρεμβάσεις επανεξετάζονται ανά 15 ημέρες, όμως το κρίσιμο στοίχημα παραμένει η διάρκεια της κρίσης. Όσο οι τιμές παραμένουν υψηλές στις διεθνείς αγορές, τόσο θα αυξάνεται ο λογαριασμός για την οικονομία, δοκιμάζοντας τα όρια του πληθωρισμού και της κοινωνικής συνοχής.