Φόροι καυσίμων: Πάνω από το 50% της τιμής στην αντλία καταλήγει στα κρατικά ταμεία
Γιατί το κόστος της βενζίνης παραμένει υψηλό στην Ευρώπη παρά τις διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές – Πού βρίσκεται η Ελλάδα στη λίστα των επιβαρύνσεων.
Η τιμή της βενζίνης στην Ευρώπη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις διεθνείς τιμές του αργού πετρελαίου ή τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων. Ένα μεγάλο μέρος του τελικού λογαριασμού που πληρώνουν οι οδηγοί στην αντλία καταλήγει στα κρατικά ταμεία, μέσω του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του φόρου άνθρακα. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι φόροι αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 47,3% της τελικής τιμής της βενζίνης, ποσό που μεταφράζεται σε περίπου 0,976 ευρώ για κάθε λίτρο, ενώ σε πολλές περιπτώσεις η επιβάρυνση ξεπερνά το μισό του κόστους.
Η φορολογία των καυσίμων βασίζεται σε δύο κύριους μηχανισμούς. Πρώτον, τον ειδικό φόρο κατανάλωσης (ΕΦΚ), που παραμένει σταθερός ανά λίτρο, και δεύτερον, τον ΦΠΑ, ο οποίος υπολογίζεται επί της τελικής τιμής, επιβάλλοντας στην ουσία «φόρο πάνω στον φόρο». Αυτή η δομή εξηγεί γιατί η τιμή στην αντλία δεν ακολουθεί άμεσα την πτώση των διεθνών τιμών του αργού.
Η κατάταξη στις χώρες με την υψηλότερη επιβάρυνση:
– Ολλανδία: 1,270 ευρώ ανά λίτρο (συνολικοί φόροι).
– Δανία: 1,230 ευρώ ανά λίτρο.
– Φινλανδία: 1,193 ευρώ ανά λίτρο.
– Γερμανία: 1,179 ευρώ ανά λίτρο.
Σε αυτή την ακριβή λίστα, η Ελλάδα κατέχει μία από τις υψηλότερες θέσεις, με τη συνολική φορολογική επιβάρυνση να διαμορφώνεται στα 1,133 ευρώ ανά λίτρο. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης ανέρχεται στα 0,70 ευρώ ανά λίτρο, ενώ ο ΦΠΑ 24% προσθέτει περίπου 0,418 ευρώ. Συνολικά, πάνω από το 52,5% της τιμής που βλέπει ο Έλληνας καταναλωτής στην αντλία αφορά κρατικές επιβαρύνσεις. Παράλληλα, αυξημένα παραμένουν και τα περιθώρια διύλισης, τα οποία επιβαρύνουν περαιτέρω το τελικό κόστος, μετατρέποντας για πολλούς οδηγούς το αυτοκίνητο από μέσο μετακίνησης σε μια σημαντική φορολογική δαπάνη.