Οι μειώσεις φόρων χωρίς στόχευση κοστίζουν, σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Στοχευμένες πιστώσεις φόρου αποδίδουν πολλαπλάσια οφέλη στην οικονομία, έναντι των οριζόντιων μειώσεων, τονίζει η ΓΔ ECFIN.
Μια νέα μελέτη από στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τίτλο «Φορολογία Εταιρικού Εισοδήματος και Επενδύσεις: Μια Επισκόπηση Εμπειρικών Ευρημάτων και Ζητημάτων Πολιτικής στο Πλαίσιο της ΕΕ», καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι απευθείας μειώσεις φόρων, ιδιαίτερα σε επίπεδο εταιρειών, είναι δαπανηρές και δεν αποφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα όσον αφορά την τόνωση των επενδύσεων. Σύμφωνα με την έκθεση, η οποία συντάχθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων (ΓΔ ECFIN), η προσέγγιση που προτείνεται είναι η χορήγηση στοχευμένων πιστώσεων φόρου, όπου κρίνεται απαραίτητο, αντί για οριζόντιες μειώσεις συντελεστών.
Οι αναλυτές της Κομισιόν τονίζουν ότι οι μειώσεις των ονομαστικών φορολογικών συντελεστών αποτελούν έναν ακριβό τρόπο ενίσχυσης των επενδύσεων. Αυτό συμβαίνει διότι ωφελούν όλες τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως της ανταπόκρισής τους στα επενδυτικά κίνητρα. Ακόμη και όταν οι μειώσεις εταιρικού φόρου οδηγούν σε αύξηση των επενδύσεων, οι συνακόλουθες δυναμικές επιδράσεις ελάχιστα μειώνουν το δημοσιονομικό κόστος. Η έκθεση, η οποία συνιστά νέο δεδομένο και βάση για αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έλαβε έγκριση από τον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή για τις Οικονομικές και Δημοσιονομικές Υποθέσεις, Ντέκλαν Κοστέλο.
Η κρίσιμη διαπίστωση της έκθεσης είναι ότι η αρχή «μειώνω φόρους, έρχονται επενδύσεις» δεν επαληθεύεται από τα στοιχεία. Για κάθε ευρώ που χάνει το δημόσιο από μείωση εταιρικού φόρου, η οικονομία επιστρέφει λιγότερα από 10 λεπτά. Αντίθετα, οι στοχευμένες φορολογικές πιστώσεις, ειδικά για πράσινες τεχνολογίες και έρευνα, μπορούν να αποφέρουν έως και 1,4 ευρώ επιπλέον για κάθε 1 ευρώ φορολογικής ελάφρυνσης. Αυτό υποδεικνύει μια αλλαγή φιλοσοφίας: το ερώτημα δεν είναι «πόσο να μειώσουμε τους φόρους», αλλά «ποιους φόρους και σε ποιους».
Σε αυτό το πλαίσιο, η Αθήνα φαίνεται να ακολουθεί την προσέγγιση των στοχευμένων ελαφρύνσεων. Η φορολογική μεταρρύθμιση που τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026, αν και δεν αγγίζει τον εταιρικό φόρο (παραμένοντας στο 22%), μειώνει στοχευμένα τη φορολογική επιβάρυνση στην εργασία μέσω νέων κλιμάκων και αυξημένων φορολογικών πιστώσεων για οικογένειες και νέους. Η έκθεση της Κομισιόν υποστηρίζει ότι οι μειώσεις στη φορολογία εργασίας οδηγούν σε αύξηση των επενδύσεων, τόσο μέσω της αύξησης της κατανάλωσης όσο και μέσω της μείωσης του εργασιακού κόστους για τις επιχειρήσεις.
Η Ελλάδα, παράλληλα, δεν περιλαμβάνεται στις χώρες που έλαβαν Ειδικές Ανά Χώρα Συστάσεις για επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό, σε αντίθεση με Κύπρο, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Μάλτα και Ουγγαρία. Αυτό αποτελεί μια σιωπηρή αναγνώριση ότι η χώρα δεν λειτουργεί ως «φορολογικός παράδεισος» για πολυεθνικές.
Όσον αφορά τη μείωση των φόρων στα καύσιμα, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επέλεξε την επιδότηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο πετρέλαιο κίνησης, αντί για άμεση περικοπή του συντελεστή.
Τέλος, η έκθεση θίγει το ζήτημα των φόρων που επιβάλλονται εκτός κερδών, όπως επί τζίρου, ακινήτων ή παραγωγής. Αυτοί οι φόροι θεωρούνται πιο στρεβλωτικοί από τον εταιρικό φόρο, αποθαρρύνοντας την επιχειρηματικότητα. Η έκθεση υπονοεί ότι εργαλεία όπως ο ΕΝΦΙΑ, αλλά και η τεκμαρτή φορολόγηση στους ελεύθερους επαγγελματίες, μπορεί να κινούνται προς λάθος κατεύθυνση, προκαλώντας στρεβλώσεις που αποθαρρύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα.