Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το παγκόσμιο χρέος
Πρωτοφανή επίπεδα χρέους και αυξημένο κόστος δανεισμού φέρνουν αναγκαστικούς συμβιβασμούς στις κυβερνήσεις παγκοσμίως.
Η ηγεσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), με επικεφαλής τον Ροδρίγο Βαλδές, Διευθυντή στο Τμήμα Δημοσιονομικών Υποθέσεων, και την Έρα Ντάμπλα-Νόρις, αναπληρώτρια διευθύντρια, θέτουν επιτακτικά ερωτήματα σχετικά με τις προτεραιότητες χρηματοδότησης και τις αναπόφευκτες περικοπές δαπανών. Αυτά τα ζητήματα αναδεικνύονται στην τελευταία έκδοση του περιοδικού «F&D magazine», το οποίο εστιάζει στο καλπάζον παγκόσμιο χρέος και τις αναγκαίες επιλογές για την αντιμετώπισή του.
«Η δημοσιονομική πολιτική ανέκαθεν περιλάμβανε συμβιβασμούς», δηλώνουν, τονίζοντας ότι μέχρι πρότινος οι κυβερνήσεις μπορούσαν να αναβάλουν δύσκολες αποφάσεις μέσω δανεισμού με ευνοϊκούς όρους. Ωστόσο, οι πρωτοφανείς σήμερα όγκοι χρέους και το αυξημένο κόστος δανεισμού έχουν εκτοξεύσει τα διακυβεύματα.
**Το κρίσιμο όριο του 120% του ΑΕΠ**
Σε έναν κόσμο που «κολυμπάει» στο χρέος, η δημόσια εμπιστοσύνη, ένα κρίσιμο αλλά συχνά παραβλεπόμενο στοιχείο, παρουσιάζει φθίνουσα πορεία. Η κατάσταση, ήδη ανησυχητική πριν την πανδημία του κορονοϊού, έχει επιδεινωθεί περαιτέρω, σύμφωνα με το ΔΝΤ. Όλο και περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες ξεπερνούν το όριο του 120% του ΑΕΠ στο δημόσιο χρέος.
Η παγκόσμια κατάσταση είναι πρωτοφανής: μετά το 93,9% του ΑΕΠ το 2025, το παγκόσμιο δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 100% έως το 2028, φτάνοντας σε επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί ποτέ σε καιρό ειρήνης. Αυτό σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής για την οικονομική πολιτική και την ευρύτερη πολιτική. Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με το τέλος της εποχής των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων, χωρίς να έχει σημειωθεί αντίστοιχη αλλαγή στις τάσεις οικονομικής ανάπτυξης.
Εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, το κόστος δανεισμού έχει διπλασιαστεί ή τριπλασιαστεί, με τις πληρωμές τόκων να επιβαρύνουν δυσανάλογα τους προϋπολογισμούς. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι καθαρές πληρωμές τόκων αυξήθηκαν από περίπου 2% του ΑΕΠ προ πανδημίας σε 4,2% το 2025, ποσοστό που υπερβαίνει τις αμυντικές δαπάνες. Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, οι πληρωμές τόκων απορροφούν κατά μέσο όρο το 21% των φορολογικών εσόδων.
**Το γνωστό μενού των δυσάρεστων λύσεων**
Παρότι η σημερινή κατάσταση είναι πρωτόγνωρη, οι λύσεις που προτείνονται παραμένουν οι ίδιες. «Κάθε απόφαση για τον προϋπολογισμό έχει πλέον σαφείς νικητές, ηττημένους και χρονοδιάγραμμα», επισημαίνουν οι Βαλδές και Ντάμπλα-Νόρις. «Η πολιτική οικονομία αυτών των επιλογών έχει γίνει πιο περίπλοκη. Ποιος ή τι έχει προτεραιότητα; Ποιοι φόροι θα τη χρηματοδοτήσουν και ποια προγράμματα πρέπει να υποχωρήσουν; Αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν πλέον να καλυφθούν με νέο χρέος. Πρέπει να απαντηθούν με σαφήνεια, και αυτό αποδεικνύεται μια τρομερή πρόκληση».
Με απλά λόγια, οι επιλογές είναι περιορισμένες: αύξηση των φόρων (μέσω υψηλότερων συντελεστών ή διεύρυνσης της φορολογικής βάσης), περιορισμός των δαπανών (με στοχευμένες παρεμβάσεις σε τομείς όπως η υγεία και οι συντάξεις), και ενίσχυση της ανάπτυξης (μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, επενδύσεων στην παραγωγικότητα και την τεχνολογία, και αύξησης της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό).
Το ΔΝΤ επισημαίνει επίσης την παράμετρο της αδικίας κατά των νέων γενεών, υπογραμμίζοντας ότι οι σημερινές γενιές ζουν εις βάρος των επόμενων. Η αντίληψη αυτής της αδικίας μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική αστάθεια, περιπλέκοντας περαιτέρω την εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.
**Το κόστος της αδράνειας**
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι αδιαμφισβήτητο: η αδράνεια δεν αποτελεί επιλογή. Η καθυστέρηση από τις κυβερνήσεις θα αυξήσει το κόστος προσαρμογής. Τα υψηλά επιτόκια καθιστούν ευκολότερη την είσοδο του χρέους σε μη βιώσιμη τροχιά, ενώ οι αγορές ενδέχεται να αντιδράσουν απότομα, αυξάνοντας περαιτέρω το κόστος δανεισμού. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι χώρες κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με πιο βίαιες και επώδυνες προσαρμογές.
Ο κόσμος βρίσκεται, λοιπόν, σε ένα σημείο καμπής για τη δημοσιονομική πολιτική. Η εποχή όπου το χρέος μπορούσε να αυξάνεται χωρίς άμεσες συνέπειες έχει παρέλθει. Οι κυβερνήσεις καλούνται πλέον να λάβουν αποφάσεις που είναι όχι μόνο οικονομικές, αλλά και βαθιά πολιτικές, καθορίζοντας ποιοι θα επωμιστούν το κόστος και με ποιον τρόπο.