Το δημόσιο χρέος εκτοξεύεται: 160 δισ. ευρώ ιδιωτικό χρέος απειλεί την ελληνική οικονομία
Πάνω από 3,9 εκατομμύρια Έλληνες και επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν οφειλές προς Εφορία και ταμεία, με τον κίνδυνο νέων πλειστηριασμών να είναι υπαρκτός.
Η ελληνική οικονομία, μετά από δεκαπέντε χρόνια βαθιάς κρίσης, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο, τεράστιο πρόβλημα: το ιδιωτικό χρέος προς το κράτος. Ενώ το τραπεζικό σύστημα έχει σε μεγάλο βαθμό εξυγιανθεί από την κρίση των μη εξυπηρετούμενων δανείων της περιόδου 2010-2020, το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους απλώς έχει μετατοπιστεί. Με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που διαχειρίζονται funds να ανέρχονται σε περίπου 80 δισεκατομμύρια ευρώ, ένα εξίσου σημαντικό βάρος εστιάζεται πλέον στις οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Η διαχρονική εικόνα των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο αποκαλύπτει την κλιμάκωση του φαινομένου. Το 2010, στην αρχή της οικονομικής κρίσης, το συνολικό χρέος προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ανερχόταν περίπου σε 52 δισεκατομμύρια ευρώ. Σήμερα, μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά, έχει σχεδόν τριπλασιαστεί, φτάνοντας τα 160 δισεκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, οι οφειλές προς την Εφορία ανέρχονται σε 112,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ και τα ασφαλιστικά ταμεία εκτιμώνται στα 47-48 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η κατάσταση επιδεινώνεται περαιτέρω από τη μικρή συμμετοχή των οφειλετών σε ενεργές ρυθμίσεις. Μόλις 3,3 δισεκατομμύρια ευρώ, λιγότερο από το 3% του συνολικού χρέους, βρίσκονται σε ρύθμιση, αφήνοντας τη συντριπτική πλειονότητα των οφειλών εκτός οποιουδήποτε πλαισίου διευθέτησης και εκτεθειμένη σε διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης.
Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ για το 2025 σκιαγραφούν ένα ανησυχητικό τοπίο: περίπου 3,9 εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα εμφανίζονται με οφειλές προς την εφορία. Από αυτούς, πάνω από 2,3 εκατομμύρια οφειλέτες είναι εκτεθειμένοι σε κατασχέσεις, ενώ σε άλλους 1,6 εκατομμύρια έχουν ήδη επιβληθεί αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.
Παρά τη μεγάλη συχνότητα των οφειλετών, η κατανομή του χρέους παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ενώ περίπου το 71% των οφειλετών χρωστούν λιγότερα από 5.000 ευρώ, οι οφειλές τους αντιστοιχούν μόλις στο 3% του συνολικού χρέους. Αντίθετα, λιγότερο από 1% των οφειλετών, με χρέη άνω του 1 εκατομμυρίου ευρώ, συγκεντρώνει πάνω από το μισό συνολικό χρέος προς την εφορία.
Η αύξηση των χρεών αποδίδεται στις συνθήκες της προηγούμενης δεκαετίας, με τη μείωση των εισοδημάτων, την περιορισμένη αγοραστική δύναμη και την πρόσφατη αύξηση του κόστους διαβίωσης λόγω πληθωρισμού και ενεργειακής κρίσης, που δυσχεραίνουν την ανταπόκριση σε φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις.
Η σύνδεση με την αγορά ακινήτων είναι άμεση. Μετά το κύμα πλειστηριασμών που συνδέθηκε με τα κόκκινα τραπεζικά δάνεια, υπάρχει πλέον ο κίνδυνος ενός δεύτερου κύματος, αυτή τη φορά προερχόμενου από οφειλές προς το Δημόσιο. Η ενεργοποίηση αναγκαστικών μέτρων είσπραξης μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες κατασχέσεις και πλειστηριασμούς ακινήτων.
Οι τόκοι καθυστέρησης και οι προσαυξήσεις, που ανέρχονται περίπου στο 8,76% ετησίως για την Εφορία και 8-9% για τον ΕΦΚΑ, επιδεινώνουν περαιτέρω την κατάσταση. Ο μηχανισμός επανατοκισμού, όπου οι τόκοι υπολογίζονται επί του ήδη αυξημένου κεφαλαίου, οδηγεί σε ταχεία διόγκωση του χρέους, καθιστώντας το διαχειρίσιμο αρχικά, δυσβάσταχτο αργότερα.
Στο πλαίσιο αυτό, η επαναφορά μιας ευρύτερης ρύθμισης οφειλών, όπως ένα σχήμα έως 120 δόσεων με διαγραφή μέρους τόκων και προσαυξήσεων, θα μπορούσε να σταθεροποιήσει την κατάσταση. Μια τέτοια ρύθμιση θα περιόριζε τα αναγκαστικά μέτρα, θα διευκόλυνε την αποπληρωμή και θα απέτρεπε ένα νέο κύμα πλειστηριασμών, προστατεύοντας την ελληνική οικονομία από ένα ενδεχόμενο που δύσκολα θα μπορούσε να αντέξει.