Τέλος στην “διοικητική τρέλα”: Το Δημόσιο σταματά να διεκδικεί σπίτια δεκαετίες μετά
Κυβερνητική ρύθμιση για να αποκατασταθεί η ασφάλεια δικαίου για χιλιάδες ιδιοκτήτες που αμφισβητήθηκαν από το ίδιο το κράτος
Μια παράδοξη κατάσταση, που θυμίζει περισσότερο ιστορία διοικητικής παράνοιας παρά λειτουργία ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους, έρχεται να θέσει τέλος η κυβέρνηση. Το Δημόσιο, επικαλούμενο ακόμη και οθωμανικά φιρμάνια, διεκδικούσε σπίτια, πολυκατοικίες και ολόκληρους οικισμούς δεκαετίες μετά την ανέγερσή τους, αμφισβητώντας την κυριότητα χιλιάδων πολιτών. Με νέα ρύθμιση, μπαίνουν φρένο σε αυτές τις αγωγές και τις αμφισβητήσεις, αποκαθιστώντας -έστω και καθυστερημένα- την ασφάλεια δικαίου για ιδιοκτήτες που βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ίδιο το κράτος.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, παρουσιάζοντας τη ρύθμιση, σκιαγράφησε χαρακτηριστικά παραδείγματα του αδιεξόδου που είχε δημιουργηθεί. Το 2020, ως υπουργός Περιβάλλοντος, το Δημόσιο διεκδικούσε ολόκληρες περιοχές της Θεσσαλονίκης, παρότι επρόκειτο για οικισμούς χτισμένους και κατοικημένους πολλές δεκαετίες νωρίτερα. Αντίστοιχα, όταν βρέθηκε στο υπουργείο Οικονομικών, το κράτος είχε στραφεί δικαστικά εναντίον πολυκατοικιών στο κέντρο της Καρδίτσας, στις οποίες ζούσαν επί γενιές πολίτες, με τις υποθέσεις να χρονίζουν και να προκαλούν κοινωνική αναστάτωση.
Τρεις σαφείς παρεμβάσεις προωθεί η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος:
Πρώτον, το Δημόσιο δεν θα προβάλλει πλέον δικαιώματα κυριότητας ούτε θα κινεί δικαστικές διαδικασίες όταν υπάρχει μεταγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας έως το 1975, δηλαδή πριν από 50 χρόνια και πριν από το ισχύον Σύνταγμα. Δεν πρόκειται για περιπτώσεις απλής νομής ή χρησικτησίας, αλλά για ακίνητα με κανονικούς τίτλους, καταχωρισμένους στα βιβλία μεταγραφών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κράτος δεν μπορεί να εμφανίζεται εκ των υστέρων και να αμφισβητεί περιουσίες επικαλούμενο δικαιώματα άλλων εποχών.
Δεύτερον, κλείνει οριστικά το θέμα των προσφυγικών εγκαταστάσεων που έγιναν με υπόδειξη της ίδιας της πολιτείας, κυρίως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Άνθρωποι που ξεριζώθηκαν και εγκαταστάθηκαν με κρατική μέριμνα δεν μπορεί, δεκαετίες αργότερα, να αντιμετωπίζονται από το ελληνικό Δημόσιο ως «πρόσφυγες για δεύτερη φορά», με αγωγές και διεκδικήσεις εναντίον των περιουσιών τους.
Τρίτον, ρυθμίζονται οι περιπτώσεις πολιτών που διαθέτουν παραχωρητήρια ή άλλους τίτλους που έχει εκδώσει η ίδια η διοίκηση. Το κράτος δεν μπορεί να αναιρεί τις ίδιες του τις πράξεις μετά από δεκαετίες και να προσφεύγει στα δικαστήρια εναντίον πολιτών που εμπιστεύθηκαν τη δημόσια διοίκηση.
Για τις τρεις αυτές κατηγορίες προβλέπεται η κατάργηση των εκκρεμών δικών αμφισβήτησης κυριότητας, όχι οριζόντια και άκριτα, αλλά στοχευμένα. Ξεκαθαρίζεται παράλληλα ότι από τη ρύθμιση εξαιρούνται ρητά τα κοινόχρηστα ακίνητα, όπως αιγιαλοί και αρχαιολογικοί χώροι, ενώ δεν επηρεάζεται σε καμία περίπτωση η εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, θεσπίζεται και πάγιος κανόνας ώστε το Δημόσιο να μην ασκεί ένδικα μέσα σε δικαστικές διαφορές με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία. Αυτές περιλαμβάνουν υποθέσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε περιπτώσεις θανάτου ή βαριάς αναπηρίας, φυσικές καταστροφές, δυστυχήματα σε δημόσιες υποδομές, μέσα μαζικής μεταφοράς, τρομοκρατικές επιθέσεις, ατυχήματα εν ώρα υπηρεσίας σε Σώματα Ασφαλείας και Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς και ιατρικές πράξεις ή παραλείψεις σε δημόσια νοσοκομεία. Διευκρινίζεται ότι η ρύθμιση αυτή δεν αφορά υλικές ζημιές.
