Ελλάδα: Σταθερή η πιστοληπτική αξιολόγηση από S&P, η πορεία προς αναβάθμιση προϋποθέτει αντιμετώπιση εξωτερικών αδυναμιών
Ο οίκος S&P Global Ratings επιβεβαιώνει την αξιολόγηση της χώρας, επισημαίνοντας τη βελτίωση των μακροοικονομικών επιδόσεων, αλλά και τους ανασταλτικούς παράγοντες για περαιτέρω αναβάθμιση.
Ο οίκος S&P Global Ratings διατήρησε αμετάβλητη την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας, με σταθερό outlook, σύμφωνα με τη νέα έκθεσή του για τις τάσεις αξιολόγησης των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών οικονομιών για το 2026. Ο διεθνής οίκος αναγνωρίζει τη σαφή βελτίωση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών επιδόσεων της χώρας, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η πορεία προς επόμενη αναβάθμιση εξαρτάται άρρηκτα από την αντιμετώπιση δύο διαχρονικών αδυναμιών: των εξωτερικών ανισορροπιών και του υψηλού αποθέματος χρέους.
Η S&P εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει την αναπτυξιακή της πορεία με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ευρώπης. Συγκεκριμένα, προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,1% το 2025 και 2,3% το 2026. Η δυναμική αυτή αναμένεται να στηριχθεί στην επενδυτική δραστηριότητα, στη συμβολή των ευρωπαϊκών πόρων και στη διατήρηση της εγχώριας ζήτησης. Παράλληλα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ακολουθεί ανοδική τροχιά, ενισχύοντας τη σταδιακή σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, ο οίκος καταγράφει βελτιωμένη εικόνα ισοζυγίων, με την Ελλάδα να επιστρέφει σε πλεονασματική τροχιά το 2024 και να διατηρεί οριακό πλεόνασμα το 2025, πριν περάσει σε μικρό έλλειμμα το 2026. Η πορεία αυτή συνοδεύεται από σταθερή μείωση του λόγου καθαρού δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Από τα επίπεδα του 191,8% το 2020, εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 126% το 2026, με τη μείωση να συνεχίζεται και τα επόμενα χρόνια. Η S&P σημειώνει ότι η αποκλιμάκωση αυτή αποτελεί βασικό στήριγμα της τρέχουσας αξιολόγησης, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε αναβάθμιση, όσο παραμένουν ανοιχτά τα μέτωπα του εξωτερικού ισοζυγίου.
Κεντρικός περιοριστικός παράγοντας για το ελληνικό αξιόχρεο παραμένει, κατά τον οίκο, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο προβλέπεται να διατηρηθεί κοντά στο -6% του ΑΕΠ το 2026. Η S&P συνδέει άμεσα το ζήτημα αυτό με τη δομική εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από εισαγωγές, υπογραμμίζοντας ότι μια ουσιαστική και διατηρήσιμη βελτίωση των εξωτερικών ανισορροπιών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αναβάθμιση της αξιολόγησης. Παράλληλα, ο οίκος εστιάζει στο πολύ υψηλό καθαρό εξωτερικό χρέος. Αν και ακολουθεί καθοδική πορεία, παραμένει σε επίπεδα που διαφοροποιούν αρνητικά την Ελλάδα από άλλες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της S&P, το καθαρό εξωτερικό χρέος υποχωρεί σταδιακά τα επόμενα χρόνια, χωρίς, ωστόσο, να έχει ακόμη φτάσει σε επίπεδα που θα επέτρεπαν την άρση των επιφυλάξεων του οίκου.
Η S&P ξεκαθαρίζει ότι ενδεχόμενη αναβάθμιση της Ελλάδας θα μπορούσε να προκύψει μόνο εφόσον υπάρξει ουσιαστική και βιώσιμη βελτίωση των εξωτερικών ανισορροπιών, είτε μέσω μείωσης της εισαγωγικής εξάρτησης είτε μέσω ταχύτερης αποκλιμάκωσης του εξωτερικού χρέους, μεγάλο μέρος του οποίου παραμένει δημόσιο. Αντίθετα, μια αισθητή επιδείνωση της δημοσιονομικής επίδοσης ή αναστροφή της καθοδικής πορείας του χρέους θα μπορούσε να οδηγήσει σε αρνητική πίεση στην αξιολόγηση, παρά τη θετική αναπτυξιακή εικόνα.
