Οι νέοι συνταξιούχοι «εγκλωβίζονται» σε χαμηλές αποδοχές παρά την 40ετή εργασία
Γιατί το ασφαλιστικό σύστημα λειτουργεί ως αντικίνητρο για υψηλές εισφορές και πώς ο νόμος Κατρούγκαλου περιορίζει τις προσδοκίες για αξιοπρεπείς συντάξεις.
Οι χαμηλές συντάξεις που αναμένεται να μειώνονται περαιτέρω για τους νέους συνταξιούχους αποτελούν πλέον μια σκληρή πραγματικότητα, με τις αιτίες να εντοπίζονται στον νόμο Κατρούγκαλου, στους χαμηλούς μισθούς και στα συστημικά αντικίνητρα για ασφάλιση. Σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος «Ήλιος» για τον περασμένο Ιούνιο, η μέση δαπάνη κύριας σύνταξης γήρατος ήταν 977,96 ευρώ μεικτά, ενώ οι νέες συνταξιοδοτήσεις του ΕΦΚΑ κυμάνθηκαν μόλις στα 774 ευρώ.
Το ασφαλιστικό μας σύστημα «τιμωρεί» ουσιαστικά όσους προσπαθούν να εμφανίσουν υψηλότερες αποδοχές. Ένας μισθωτός με 40 χρόνια εργασίας και συντάξιμες αποδοχές 1.060 ευρώ, λαμβάνει μεικτή σύνταξη 977 ευρώ, η οποία «ψαλιδίζεται» στα 891 ευρώ καθαρά λόγω κρατήσεων. Αντίστοιχα, εργαζόμενος με τριπλάσιες αποδοχές (3.176 ευρώ) βλέπει το ποσοστό αναπλήρωσης να πέφτει από το 92% στο 64%, καθώς όσο αυξάνονται οι αποδοχές, μειώνεται η σχετική «αξία» της εθνικής σύνταξης.
Ο Γιώργος Κουτρουμάνης, τέως υπουργός Εργασίας και σύμβουλος ασφάλισης, επισημαίνει ότι η κλίμακα του νόμου Βρούτση λειτουργεί αποτρεπτικά μετά την 40ετία. Προτείνει την αύξηση του ποσοστού αναπλήρωσης στο 2% από 0,5% που ισχύει σήμερα για τα χρόνια πέραν της τεσσαρακονταετίας, γεγονός που θα μπορούσε να εξασφαλίσει έως και 200 ευρώ επιπλέον στη μηνιαία σύνταξη.
Οι βασικοί παράγοντες που συγκρατούν τις συντάξεις σε χαμηλά επίπεδα παραμένουν:
1. Ο τρόπος υπολογισμού βάσει του μέσου μισθού ολόκληρου του εργασιακού βίου.
2. Η δυσκολία αύξησης των μισθών του ιδιωτικού τομέα προς τον στόχο των 1.500 ευρώ.
3. Οι περίοδοι ανεργίας που «ακυρώνουν» τα χρόνια ασφάλισης.
4. Η εισφορά αλληλεγγύης που πλήττει συντάξεις άνω των 1.400 ευρώ.
Η κατάσταση αυτή οδηγεί μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους στην «ελάχιστη δυνατή ασφάλιση», τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο συντάξεων στα όρια της φτώχειας, ενώ οι αυξήσεις που δίνονται εξανεμίζονται συχνά από τον πληθωρισμό και την ακρίβεια.