Στα 3,36 δισ. ευρώ η ασφαλιστική αγορά το 2025 με άνοδο 3,5%
Στροφή των Ελλήνων σε επενδυτικά προϊόντα και συμβόλαια υγείας, την ώρα που τα παραδοσιακά προγράμματα ζωής υποχωρούν κατά 8,4%.
Σημαντική ανατροπή στις προτιμήσεις των Ελλήνων ασφαλισμένων καταγράφει η αγορά το 2025, με τα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα να κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος. Σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ), η συνολική παραγωγή ασφαλίστρων ανήλθε στα 3,36 δισ. ευρώ, σημειώνοντας συνολική αύξηση 3,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η τάση της αγοράς είναι σαφής: οι ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις κυριαρχούν πλέον στις ατομικές ασφαλίσεις, καταγράφοντας άνοδο 4,7% και απορροφώντας πάνω από το 50% της συνολικής παραγωγής. Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τη διαρκή αναζήτηση καλύτερων αποδόσεων από τους αποταμιευτές, οι οποίοι στρέφονται σε προϊόντα που συνδυάζουν την προστασία με την επένδυση. Είναι χαρακτηριστικό πως, ενώ το 2018 η παραγωγή αυτών των προγραμμάτων βρισκόταν στα 320 εκατ. ευρώ, το 2025 εκτινάχθηκε στο 1,29 δισ. ευρώ.
Αντιθέτως, τα παραδοσιακά συμβόλαια ζωής παρουσίασαν πτώση 8,4%, με την παραγωγή τους να διαμορφώνεται στα 708,8 εκατ. ευρώ από 773,7 εκατ. ευρώ το 2024. Παρά την υποχώρηση, παραμένουν ένα σημαντικό κομμάτι της αγοράς, καλύπτοντας το 27,6% των ατομικών ασφαλίσεων.
Παράλληλα, ενισχυμένη παραμένει η ζήτηση για την υγεία. Τα συμβόλαια υγείας, ατυχημάτων και ασθενειών αυξήθηκαν κατά 6,2%, φτάνοντας τα 569 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η κάλυψη των υγειονομικών αναγκών αποτελεί βασική προτεραιότητα για τα νοικοκυριά. Ιδιαίτερα δυναμική ήταν και η πορεία των ομαδικών ασφαλίσεων, που εμφάνισαν άνοδο 12,1%, με τα προγράμματα εργαζομένων να κατέχουν τη μερίδα του λέοντος.
Στο πεδίο της διανομής, οι τράπεζες διατηρούν την πρωτοκαθεδρία. Παρά τις μικρές ανακατατάξεις, το bancassurance κατέχει μερίδιο 46% στην παραγωγή ατομικών ασφαλίσεων, ενώ τα δίκτυα αποκλειστικής συνεργασίας ανέβηκαν στο 34,6%. Αντίθετα, οι ψηφιακές πωλήσεις παραμένουν στο περιθώριο, με μόλις 0,001% της παραγωγής, αποδεικνύοντας ότι ο προσωπικός παράγοντας και η εμπιστοσύνη στα δίκτυα παραμένουν καθοριστικά για τον Έλληνα καταναλωτή.