25 εκατομμύρια δολάρια σε πολίτες που αποκαλύπτουν απάτες κατά του αμερικανικού Δημοσίου
Το νέο πρόγραμμα της κυβέρνησης Τραμπ προσφέρει αμοιβές έως και 30.000 δολάρια για πληροφορίες που οδηγούν σε καταδίκες για διασπάθιση δημόσιου χρήματος.
Ένα νέο, φιλόδοξο πρόγραμμα οικονομικών αμοιβών, συνολικού ύψους 25 εκατ. δολαρίων, παρουσίασαν ο Ντόναλντ Τραμπ και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, με στόχο την καταπολέμηση της απάτης σε βάρος του αμερικανικού Δημοσίου. Η πρωτοβουλία, που φέρει την ονομασία «Fraud Whistleblower Incentive Program», ενθαρρύνει τους πολίτες να καταγγέλλουν περιπτώσεις παράνομης είσπραξης κρατικών επιδοτήσεων και κατάχρησης ομοσπονδιακών κονδυλίων.
Το πρόγραμμα προβλέπει αμοιβές έως και 30.000 δολάρια για κάθε πληροφορία που οδηγεί σε καταδίκη ή σε ουσιαστική παρέμβαση των ομοσπονδιακών αρχών. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλλουν τις καταγγελίες τους μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας fraud.gov, με το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης να αναλαμβάνει την εποπτεία της διαδικασίας. Όπως τονίστηκε από τον Λευκό Οίκο, η υποβολή μιας καταγγελίας δεν εγγυάται αυτόματα την πληρωμή, καθώς απαιτείται η τεκμηρίωση της απάτης.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει μέσω αυτής της κίνησης να περιορίσει τις απώλειες σε προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης. Τον περασμένο Μάρτιο, ο πρόεδρος είχε ήδη συστήσει ειδική ομάδα εργασίας υπό τον Τζέι Ντι Βανς για τον συντονισμό των ερευνών. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Λόρεν Μπις, δήλωσε χαρακτηριστικά πως η παρούσα κυβέρνηση επιδεικνύει «μηδενική ανοχή» σε όσους καταχρώνται τα χρήματα των φορολογουμένων.
Κατά την παρουσίαση, δόθηκε έμφαση στην περίπτωση του Νικ Σίρλεϊ, ενός συντηρητικού YouTuber, ο οποίος βραβεύτηκε με 10.000 δολάρια από τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Σίρλεϊ είχε γίνει γνωστός για τις καταγγελίες του σχετικά με δομές παιδικής φροντίδας στη Μινεσότα, οι οποίες κατηγορήθηκαν ότι εισέπρατταν ομοσπονδιακές επιδοτήσεις χωρίς να προσφέρουν αντίστοιχες υπηρεσίες. Αν και οι αρχικοί έλεγχοι είχαν αμφισβητήσει τη γενίκευση των ισχυρισμών του, μεταγενέστερες έρευνες οδήγησαν σε συλλήψεις, ενισχύοντας το αφήγημα της κυβέρνησης για την ανάγκη ενεργού συμμετοχής των πολιτών στην αποκάλυψη οικονομικών παρατυπιών.